Πλέον οι ακραίοι πολιτικοί, επιχειρούν κανονικοποίηση και μπαίνουν στα πολιτικά σαλόνια
Για δεκαετίες, η Ακροδεξιά στην Ευρώπη και τη Δύση είχε ένα αναγνωρίσιμο πρόσωπο: αιχμηρό λόγο, ακραία σύμβολα, κραυγές και πολιτική απομόνωση. Σήμερα, όμως, η εικόνα αυτή έχει αλλάξει ριζικά. Δεν χρειάζεται πια, μόνο ξυρισμένα κεφάλια, παραλλαγές και συνθήματα γραμμένα με σπρέι.
Κι αυτό γιατί, αντιλήφθηκε το πιο κρίσιμο πράγμα: Ότι για να κερδίσεις την εξουσία, πρέπει να γίνεις αποδεκτός από την κοινωνία και το υπόλοιπο πολιτικό σύστημα.
Σε αυτό το πλαίσιο οι εκπρόσωποί της πλέον φορούν κοστούμια, υιοθετούν μια mainstream εικόνα, μιλούν θεσμικά και απαιτούν κανονικότητα. Και μέσα σε έναν κόσμο διαφθοράς, σκανδάλων, κοινωνικής αγανάκτησης και αμφισβήτησης των παραδοσιακών κομμάτων και πολιτικών, είναι μάλλον και ο λόγος που βλέπουν τα ποσοστά τους παγκοσμίως να ανεβαίνουν.
Από το περιθώριο, στο πολιτικό σαλόνι
Πλέον δεν υπόσχονται χάος. Υπόσχονται ασφάλεια του πολίτη και επενδύοντας στον εξευγενισμό της εικόνας, μπαίνουν στα πολιτικά σαλόνια.
Η σημερινή Ακροδεξιά επιχείρησε να καλύψει τον ωμό ρατσισμό με τον όρο «πολιτισμική ασυμβατότητα», μετονόμασε τον αυταρχισμό σε «νόμο και τάξη» και παρουσίασε τη στοχοποίηση μειονοτήτων ως «προστασία της πλειοψηφίας».
Και μπορεί η συσκευασία να άλλαξε, άλλα το περιεχόμενο παραμένει ίδιο: η απόρριψη της πολυπολιτισμικότητας, η δαιμονοποίηση μεταναστών και της ΛΟΑΤΚΙ+ κοινότητας, η αμφισβήτηση του φιλελεύθερου κράτους δικαίου. Τη μέθοδο αυτή φαίνεται να ακολουθεί πλέον το ΕΛΑΜ, που έχει ξεκαθαρίσει πως ο στόχος του είναι η εξουσία και δεν διστάζει να επιχειρήσει συνεργασία και συνεννόηση με άλλα κόμματα.
Βεβαίως, η περίπτωση του ΕΛΑΜ, δεν είναι η μόνη. Αντιθέτως, ακολουθεί κατά γράμμα το τι εφαρμόζουν άλλα ακραία κόμματα. Τα παραδείγματα πολλά και άκρως ενδιαφέροντα για μελέτη.
Τζορτζια Μελόνι
Η Ιταλίδα πρωθυπουργός είναι ίσως το πιο ενδεικτικό παράδειγμα του πως η Ακροδεξιά φόρεσε κοστούμι.
Αν και προέρχεται από πολιτικό χώρο με άμεσες ιστορικές ρίζες στον ιταλικό νεοφασισμό, παρουσιάζεται από ΜΜΕ και πολιτικούς κύκλους πλέον ως «υπεύθυνη συντηρητική ηγέτιδα». Είναι ιδιαιτέρως συμπαθής στους ευρωπαίους ηγέτες, χαμογελά, έχει χιούμορ και μιλά άπταιστα τη γλώσσα των αγορών και της Ε.Ε..
Πίσω από αυτή τη βιτρίνα όμως, η στάση της σε σειρά ζητημάτων είναι άκαμπτη συντηρητική και ξεκάθαρη. Συγκρούεται με τα δικαιώματα των ΛΟΑΤΚΙ ατόμων, υιοθετεί σκληρή κριτική κατά του μεταναστευτικού, το οποίο παρουσιάζει μάλιστα ως υπαρξιακή απειλή και προωθεί το μοντέλο της «παραδοσιακής οικογένειας», μολονότι η ίδια χώρισε.
Ο πρώην σύζυγός της, μάλιστα, Αντρέα Τζιαμπρούνο – γνωστός τηλεπαρουσιαστής – βρέθηκε πολλές φορές στον πυρήνα σκανδάλων για ανήθικες προτάσεις σε γυναίκες συναδέλφους του, αλλά και σχόλια on air με τα οποία επέρριπτε, ούτε λίγο ούτε πολύ, την ευθύνη βιασμών στα ίδια τα θύματα.
Η Τζόρτζια Μελόνι είναι μια γυναίκα, που δεν αποκηρύσσει το παρελθόν της. Απλώς το «καθαρίζει» επικοινωνιακά.
Μαρίν Λεπέν
Ίσως το πρώτο πρόσωπο που επιχείρησε να μετατρέψει το ακραίο κόμμα της σε mainstream, είναι η Γαλλίδα Μαρίν Λεπέν. Είχε ανέκαθεν ξεκάθαρη στρατηγική και στοχοπροσήλωση, να κάνει το κόμμα της εκλέξιμο. Και τα κατάφερε, φλερτάροντας μάλιστα πολλές φορές με την πρωτιά στις κάλπες.
Πως το πέτυχε; Αλλάζοντας περιτύλιγμα στο Ακροδεξιό κόμμα που ίδρυσε ο πατέρας της, Ζαν Μαρί Λεπέν. Αποκήρυξε τη ρητορική του, το μετονόμασε από «Εθνικό Μέτωπο» σε «Εθνική Συσπείρωση», έβαλε ως ηγέτη τον Ζορντάν Μπαρντελά – έναν 30χρονο ελκυστικό άνδρα με 2,3 εκατομμύρια ακολούθους στο ΤΙΚ ΤΟΚ – και μαλάκωσε το ύφος της. Όχι όμως, τις γωνίες και τον πυρήνα της ιδεολογίας της.
Η ίδια, όπως και το κόμμα της, έχει ισχυρή εθνοκεντρική αντίληψη για την ιθαγένεια, θεσμική δυσπιστία προς την Ευρωπαϊκή Ένωση και διασυνδέει μονίμως την εγκληματικότητα με την μετανάστευση.
«Η ακροδεξιά εδώ, έμαθε να χαμογελά στην κάμερα και να πείθει… ψιθυρίζοντας», σχολιάζουν οι αναλυτές.
Βίκτορ Ορμπάν
Στην Ουγγαρία βλέπουμε ίσως την πιο καθαρή ενσάρκωση του μοντέλου της «ανελεύθερης Δημοκρατίας». Σημαιοφόρος, ο Πρωθυπουργός Βίκτορ Όρμπαν, που κατάφερε να δώσει στην ιδεολογία του θεσμικό ρόλο και λόγο, με επαναλαμβανόμενες εκλογικές νίκες από το 1998.
Χωρίς να κρύβεται, ο Όρμπαν – γνωστός και ως ο «αντάρτης» της Ευρωπαϊκής Ένωσης – πέτυχε να ελέγξει σταδιακά τη Δικαιοσύνη, τα ΜΜΕ και την ακαδημαϊκή κοινότητα με τρόπο «νόμιμο», καθώς όλα πέρασαν απ’ τις κάλπες, ψηφίστηκαν και παρουσιάστηκαν ως λαϊκή βούληση.
Με άλλα λόγια, κανονικοποίησε τον εθνικισμό, τον φόβο απέναντι στους μετανάστες και τον συντηρητισμό γύρω απ’ την οικογένεια και το φύλο, με το γνωστό αφήγημα «εμείς εναντίον των άλλων» όπου οι «άλλοι» είναι κατά βάση οι Βρυξέλλες, οι ΜΚΟ και οι μειονότητες.
Κι αυτό είναι ίσως το πιο επικίνδυνο μοντέλο για τη νέα γενιά αυταρχικών ηγετών, που μαθαίνουν πως η Δημοκρατία δεν χρειάζεται να καταλυθεί αρκεί να της φορέσεις γραβάτα.
Αλις Βάιντελ
Ένα διαφορετικό παράδειγμα έρχεται απ’ τη Γερμανία και την Άλις Βάιντελ, τη συμπρόεδρο του ακροδεξιού κόμματος AfD (Εναλλακτική για τη Γερμανία).
Η 46χρονη Βάιντελ, πρώην οικονομική αναλύτρια, έχει σπάσει τις νόρμες και επαναπροσδιορίζει το οξύμωρο. Γιατί; Επειδή παρά τη συντηρητική, σοβαρή της εικόνα, είναι ανοιχτά ομοφυλόφιλη και ζει με τη – γεννημένη στη Σρι Λάνκα – σύζυγό της και τους δύο τους γιους.
Αν και εν έτη 2026 δεν θα έπρεπε να υπάρχει τίποτα μεμπτό σε αυτό, εντούτοις έρχεται σε πλήρη αντίφαση όταν συμβαίνει από την ηγέτιδα ενός κόμματος, που έχει ξεκάθαρη αντιμεταναστευτική γραμμή και ορίζει την οικογένεια ως ένα πατέρα και μια μητέρα, που μεγαλώνουν μαζί τα παιδιά τους.
Η ίδια, ωστόσο, δεν έχει καταδικάσει τον γάμο ομόφυλων ζευγαριών, αλλά ούτε τον υποστήριξε δημόσια. Πίσω, όμως, από τη βιτρίνα της κανονικότητας, η πολιτική ατζέντα της Βάιντελ παραμένει σκληρά εθνικιστική και βαθιά αντιμεταναστευτική, με αμφισβήτηση θεμελιωδών δημοκρατικών και ευρωπαϊκών αρχών.
Κι αυτή η κανονικότητα είναι που ανεβάζει τα ποσοστά της, με τα Διεθνή Μέσα να σχολιάζουν πως υπό την ηγεσία της το AfD δεν απομακρύνεται από τον αυταρχισμό· απλώς τον εκλογικεύει.
Ντοναλντ Τραμπ
Στην περίπτωση του Ντόναλντ Τραμπ ακόμη και οι αναλυτές σηκώνουν τα χέρια ψηλά και στο ερώτημα: «Είναι ο Πλανητάρχης ακροδεξιός;» καταλήγουν κάπου στη μέση.
Ο Αμερικανός Πρόεδρος δεν μοιάζει με την κλασική ευρωπαϊκή Ακροδεξιά, δεν προέρχεται από νεοφασιστικά κόμματα, δεν “κουμπώνει” με τον όρο και την ιδεολογία, παρόλα αυτά ενστικτωδώς – όπως λένε – πληροί τα χαρακτηριστικά του αυταρχισμού και γίνεται όχημα της δυναμικής του.
Διόλου τυχαίο, που με σύνθημα το εθνικιστικό “Make America Great Again”, μέσα σε έναν χρόνο ανέτρεψε την εισβολή – όπως την ονόμασε – των μεταναστών, προχώρησε σε μαζικές επιχειρήσεις απέλασής τους, κατήργησε με διάταγμα την ταυτότητα των φύλων, καθιστώντας επίσημη πολιτική την ύπαρξη μόνο δυο: αρσενικού και θηλυκού και έδωσε προεδρική χάρη στους ακραίους οπαδούς του, που εισέβαλαν στο Καπιτώλιο.
Εν ολίγοις, ο Τραμπ δεν φόρεσε ποτέ τη στολή της Ακροδεξιάς επί τούτου. Παρόλα αυτά, της άνοιξε ως δια μαγείας την πόρτα του Λευκού Οίκου.
Συμπερασματικά, λοιπόν, η ακροδεξιά με κοστούμι είναι πιο επικίνδυνη από την ακροδεξιά με μπότες. Όχι, γιατί είναι πιο ακραία, αλλά γιατί είναι πλέον εκλέξιμη, δύσκολα αναγνωρίσιμη και για ένα μεγάλο μέρος πλέον της κοινωνίας αποδεκτή.
Και όσο εμείς κοιτάμε το κοστούμι, εκείνη ξαναγράφει τους κανόνες.
When the Far-Right Wears a Suit
The article examines the change in the image and strategy of the far-right in Europe and the West. Traditionally, the far-right was characterized by sharp rhetoric, extreme symbols, and political isolation. However, today it is attempting to normalize itself, adopting a more mainstream image and entering political circles. This change is due to the recognition that power requires acceptance from society and the political system. Representatives of the far-right now wear suits, speak institutionally, and focus on issues such as security and 'protecting the majority'. They are replacing raw racism with terms like 'cultural incompatibility' and authoritarianism with 'law and order'. The article cites examples such as Giorgia Meloni in Italy and Marine Le Pen in France, who have managed to present themselves as 'responsible' leaders, despite their extreme roots. In addition, the article examines the case of ELAM in Cyprus, which is following the same strategy, seeking to gain power through normalization and consensus with other parties. Despite the change in image, the article emphasizes that the content of the far-right remains the same: rejection of multiculturalism, demonization of minorities, and questioning of the liberal rule of law.
You Might Also Like
Videogate: «Οι πολίτες δεν εμπιστεύονται κανέναν» - Ποιοι βγαίνουν κερδισμένοι
Jan 15
Rebranding επιχειρεί η Άκρα Δεξιά σε Ευρώπη και Κύπρο – Ο πανεπιστημιακός Αντώνης Έλληνας αναλύει τη στρατηγική τους
Jan 19
Ελλάδα: 35 βουλευτές «φλερτάρουν» με την πρόεδρο Μαρία και τον Τσίπρα
Jan 19
Η ανατομία ενός ψηφοδελτίου
Jan 25