Γράφει ο Yusuf Kanlı
Καθώς ξεκινά το 2026, η Κύπρος βρίσκεται για ακόμη μία φορά σε μία από εκείνες τις στιγμές που οι διπλωμάτες υποδέχονται ενστικτωδώς με αισιοδοξία και η Ιστορία συχνά δοκιμάζει σκληρά. Η αλλαγή ηγεσίας στην τουρκοκυπριακή πλευρά άνοιξε εκ νέου πολιτικά κανάλια τα οποία, μέχρι πρόσφατα, είχαν περιοριστεί σχεδόν στο επίπεδο του συμβολισμού. Συναντήσεις βρίσκονται σε εξέλιξη, τεχνικές επιτροπές έχουν επανενεργοποιηθεί, διεθνείς παράγοντες εμφανίζονται εκ νέου ενεργά εμπλεκόμενοι και ο δημόσιος τόνος έχει μετριαστεί σε σύγκριση με το συγκρουσιακό κλίμα των προηγούμενων ετών.
Το ερώτημα, όπως πάντα στην Κύπρο, είναι αν αυτή η ανανεωμένη δυναμική θα μεταφραστεί σε ουσία ή αν τα γνωστά δομικά όρια θα επιβληθούν ξανά.
Αν χρειάζεται μία λέξη για αυτή τη φάση, η «δυναμική» δεν είναι λανθασμένη. Αν χρειάζεται μία φράση, είναι η εξής: υπάρχει μια ευκαιρία αλλά συνοδεύεται από όρους.
Ο τρόπος της διαδικασίας
Η εκλογή του Τουφάν Έρχιουρμαν στην ηγεσία των Τουρκοκυπρίων δημιούργησε πραγματικές προσδοκίες. Διεθνείς παράγοντες, περιλαμβανομένων των Ηνωμένων Εθνών, ερμήνευσαν τη μετάβαση ως ένα άνοιγμα για να εξεταστεί κατά πόσο μια πιο μεθοδική προσέγγιση θα μπορούσε να διευρύνει τον πολιτικό χώρο. Ο άρρητος υπολογισμός ήταν απλός: αν οι πλευρές παραμένουν διχασμένες ως προς τον τελικό προορισμό, ίσως μπορέσουν τουλάχιστον να συμφωνήσουν στους κανόνες της διαδρομής.
Ο Έρχιουρμαν προσέγγισε αυτή τη στιγμή με ένα πλαίσιο που είναι μετριοπαθές στον τόνο αλλά απαιτητικό στην ουσία. Έθεσε τέσσερις προϋποθέσεις για μια ουσιαστική διαδικασία. Οι διαπραγματεύσεις πρέπει να είναι χρονικά οριοθετημένες. Οι προηγούμενες συγκλίσεις πρέπει να διατηρηθούν και όχι να διαγραφούν. Η πολιτική ισότητα πρέπει να είναι λειτουργική και όχι ρητορική. Και, αν οι συνομιλίες καταρρεύσουν ξανά, οι Τουρκοκύπριοι δεν θα πρέπει να επιστρέψουν σε ένα προδιαπραγματευτικό status quo που βιώνουν όλο και περισσότερο ως τιμωρητικό.
Αυτές οι προϋποθέσεις δεν αποτελούν τακτικούς ελιγμούς. Είναι θεσμικές δικλίδες ασφαλείας, αντλημένες από την εμπειρία. Και στις δύο πλευρές του νησιού έχει εμπεδωθεί η γνώση ότι οι ατέρμονες διαπραγματεύσεις εξαντλούν τις κοινωνίες χωρίς να αντιμετωπίζουν τις δομικές ανισορροπίες. Ο φόβος δεν είναι οι συνομιλίες καθεαυτές αλλά οι συνομιλίες που δεν οδηγούν πουθενά και κανονικοποιούν σιωπηρά την ανισότητα.
Η πολιτική ισότητα και ο κίνδυνος στρατηγικής υπεκφυγής
Το δυσκολότερο στοιχείο παραμένει η πολιτική ισότητα στην πράξη. Η ελληνοκυπριακή ηγεσία συνεχίζει να αντιστέκεται σε μηχανισμούς όπως η εκ περιτροπής Προεδρία, υποστηρίζοντας ότι συγκρούονται με τη δική της αντίληψη περί δημοκρατικής διακυβέρνησης. Τους τελευταίους μήνες, αυτή η αντίσταση έχει λάβει πιο σύνθετες και στρατηγικές μορφές. Άλλοτε η εκ περιτροπής Προεδρία παρουσιάζεται ως θεσμική ανωμαλία ασύμβατη με την αρχή της πλειοψηφίας. Άλλοτε συνδέεται σκόπιμα με άσχετα ζητήματα, όπως η παρουσία τουρκικών στρατευμάτων ή το σύστημα εγγυήσεων, παρότι η διακυβέρνηση και η ασφάλεια αποτελούν εννοιολογικά και νομικά διακριτά κεφάλαια διαπραγμάτευσης.
Μια ακόμη επαναλαμβανόμενη τακτική είναι η πρόσκληση προς την τουρκοκυπριακή πλευρά να εμπλακεί ταυτόχρονα και στα έξι κεφάλαια που όρισε ο Γενικός Γραμματέας του ΟΗΕ, Αντόνιο Γκουτέρες, στο Κραν Μοντανά το 2017. Τα κεφάλαια αυτά προορίζονταν να δομήσουν τις διαπραγματεύσεις αφού διαμορφωθεί επαρκές κοινό έδαφος. Δεν σχεδιάστηκαν ποτέ ως διαδικαστικό καταφύγιο για την αποφυγή της πολιτικής ισότητας στην εκκίνηση. Η ένταξη τής εκ περιτροπής Προεδρίας σε ένα ευρύτερο πακέτο, πριν γίνει αποδεκτή ως αρχή, δεν επιλύει το βασικό ζήτημα· απλώς το αναβάλλει.
Από τουρκοκυπριακής πλευράς, αυτό ακριβώς αποτελεί την καρδιά του προβλήματος. Η πολιτική ισότητα δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως ένα διαπραγματευτικό χαρτί μεταξύ άλλων, ούτε να εξαρτάται από πρόοδο σε άσχετους τομείς. Για τους Τουρκοκύπριους, η πολιτική ισότητα δεν είναι παραχώρηση προς ανταλλαγή. Είναι το θεμέλιο πάνω στο οποίο πρέπει να στηρίζεται κάθε νόμιμο μοντέλο διακυβέρνησης. Χωρίς συγκεκριμένους μηχανισμούς που να εγγυώνται ουσιαστική συμμετοχή στο ανώτατο επίπεδο λήψης αποφάσεων, η ισότητα κινδυνεύει να περιοριστεί σε κομψές διακηρύξεις και όχι σε βιωμένη πολιτική πραγματικότητα.
MOE: Αναγκαία αλλά όχι επαρκή
Ελλείψει σύγκλισης στα θεμελιώδη ζητήματα, τα μέτρα οικοδόμησης εμπιστοσύνης έχουν καταστεί ο βασικός χώρος εμπλοκής. Δίοδοι διέλευσης, στελέχωση υπηρεσιών, διοικητικές διαδικασίες, πιστοποίηση χαλλουμιού, περιβαλλοντική συνεργασία και το έργο των δικοινοτικών Σωμάτων κυριαρχούν στην ατζέντα. Υπήρξε απτή πρόοδος: οι ουρές μειώθηκαν, τα κανάλια επικοινωνίας άνοιξαν εκ νέου, η τεχνική συνεργασία επανεκκίνησε.
Αυτά τα βήματα έχουν σημασία. Για τους απλούς πολίτες, τα ΜΟΕ δεν είναι αφηρημένες έννοιες. Διαμορφώνουν την καθημερινότητα. Μειώνουν την τριβή και εξανθρωπίζουν την επαφή. Σε μια σύγκρουση που συντηρείται τόσο από την ψυχολογία όσο και από το δίκαιο, τα μέτρα αυτά έχουν πραγματική αξία.
Ωστόσο, ο ρεαλισμός απαιτεί σαφήνεια. Τα μέτρα οικοδόμησης εμπιστοσύνης διαχειρίζονται τη σύγκρουση· δεν την επιλύουν. Σταθεροποιούν το παρόν χωρίς να ορίζουν το μέλλον. Ο κίνδυνος προκύπτει όταν μετατρέπονται σιωπηρά σε ζώνη άνεσης, υποκαθιστώντας την πολιτική σύγκλιση αντί να προετοιμάζουν το έδαφος για αυτήν.
Πρόσφατα σημάδια υπογραμμίζουν αυτόν τον κίνδυνο. Δημοσιεύματα στα ελληνοκυπριακά Μέσα για προετοιμασίες νέων υποθέσεων που αφορούν περιουσίες υπενθυμίζουν πόσο γρήγορα μπορεί να επιδεινωθεί το κλίμα. Το περιουσιακό στην Κύπρο δεν είναι ποτέ απλώς νομικό ζήτημα. Είναι πολιτικό εργαλείο με βαθύ συναισθηματικό και ιστορικό βάρος. Η στοχοποίηση ατόμων μέσω διώξεων ή νομικών πιέσεων ενέχει τον κίνδυνο να μετατραπεί μια συλλογική πολιτική διαφορά σε προσωποποιημένη αντιπαράθεση, σκληραίνοντας τις στάσεις και στις δύο πλευρές και δηλητηριάζοντας το κλίμα που απαιτείται για την ειρήνη.
Η παγίδα της προεδρίας της ΕΕ: Από ευκαιρία σε φιάσκο;
Αυτή η ευθραυστότητα είναι πιθανό να δοκιμαστεί περαιτέρω καθώς η ελληνοκυπριακή πλευρά αναλαμβάνει την εκ περιτροπής προεδρία του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης για το πρώτο εξάμηνο του έτους. Για τον Πρόεδρο Νίκο Χριστοδουλίδη και τους υποστηρικτές του στις Βρυξέλλες, αυτό το εξάμηνο θεωρείται στρατηγική ευκαιρία. Η φιλοδοξία δεν περιορίζεται στην προβολή. Η προεδρία αναμένεται να χρησιμοποιηθεί για την ανάδειξη της ελληνοκυπριακής διοίκησης ως περιφερειακού «κόμβου», ενισχύοντας τους δεσμούς της ΕΕ με χώρες όπως ο Λίβανος, το Ισραήλ και η Ιορδανία και προβάλλοντας διπλωματική βαρύτητα.
Τίποτα από αυτά δεν είναι εγγενώς προβληματικό. Αυτό που προκαλεί ανησυχία είναι η δηλωμένη πρόθεση του Χριστοδουλίδη να μετατρέψει το Κυπριακό σε «ευρωπαϊκό ζήτημα», επιδιώκοντας να το επαναπλαισιώσει ως θέμα προς επίλυση μέσω των αρχών της Ευρωπαϊκής Ένωσης παράλληλα με τα ψηφίσματα των Ηνωμένων Εθνών. Η προσέγγιση αυτή παρουσιάζεται ως στρατηγική τομή. Στην πράξη, κινδυνεύει να εξελιχθεί σε πηγή κλιμάκωσης.
Ο κίνδυνος έγκειται στη μεταχείριση της προεδρίας της ΕΕ ως μοχλού πίεσης. Η χρήση της για την άσκηση πίεσης στην Τουρκία, για την εργαλειοποίηση των σχέσεων Τουρκίας–ΕΕ ή για την πρόσκληση Τούρκων ηγετών σε ένα πλαίσιο σχεδιασμένο να αποσπάσει παραχωρήσεις στο Κυπριακό θα συνιστούσε στρατηγικό σφάλμα. Ακριβώς εδώ αναδύεται ο κίνδυνος ενός φιάσκου της προεδρίας.
Η υποκείμενη παραδοχή φαίνεται να είναι ότι η Τουρκία μπορεί να απομονωθεί διεθνώς, ότι οι Τουρκοκύπριοι μπορούν να παρακαμφθούν πολιτικά και ότι μια «ομοσπονδιακή λύση» μπορεί να επιβληθεί μέσω της σταδιακής απορρόφησης του βορρά στο ελληνοκυπριακό σύστημα. Αυτή η παραδοχή δεν είναι νέα. Και έχει αποτύχει στο παρελθόν.
Το σημαντικότερο, όμως, είναι ότι συγκρούεται ευθέως με την ευκαιρία που δημιούργησε η εκλογή Έρχιουρμαν και η μεθοδολογική του πρόταση. Η αλλαγή ηγεσίας στην τουρκοκυπριακή πλευρά άνοιξε χώρο για μια νέα λογική διαδικασίας. Η εμμονή του Χριστοδουλίδη στη χρήση ευρωπαϊκών μοχλών κινδυνεύει να σπαταλήσει αυτό το άνοιγμα. Ένας ηγέτης που επιδιώκει μαξιμαλιστικούς στόχους δεν μπορεί αξιόπιστα να εμπλακεί σε μια μεθοδολογία που βασίζεται στην πολιτική ισότητα.
Ούτε είναι πιθανόν η προεδρία της ΕΕ να αποφέρει ουσιαστικά οφέλη έναντι της Τουρκίας. Η Ουγγαρία αναμένεται να μπλοκάρει οποιαδήποτε προσπάθεια «οπλοποίησης» της προεδρίας. Η Γερμανία, πλήρως συνειδητοποιημένη για τη στρατηγική της σχέση με την Άγκυρα, δεν έχει κανένα κίνητρο να θυσιάσει μακροπρόθεσμα συμφέροντα για βραχυπρόθεσμες ελληνοκυπριακές φιλοδοξίες. Η Ιταλία και η Ισπανία είναι εξίσου απίθανο να στηρίξουν μια τέτοια πορεία. Αναφορές ότι κύκλοι του ΝΑΤΟ ήδη εμφανίζονται ανήσυχοι για τη στάση Χριστοδουλίδη θα πρέπει να εκληφθούν ως έγκαιρη προειδοποίηση.
Αυτό δεν σημαίνει ότι η προεδρία θα είναι χωρίς κόστος. Οι προσπάθειες άσκησης πίεσης ενδέχεται να προκαλέσουν τριβές και αντιδράσεις. Είναι όμως πολύ πιθανότερο να βαθύνουν την πόλωση παρά να αποδώσουν αποτελέσματα.
Πέρα από τη λογική μηδενικού αθροίσματος
Υπάρχει επίσης μια αναπόφευκτη ιστορική διάσταση που πρέπει να αναγνωριστεί. Οι Τουρκοκύπριοι έχουν αποδείξει περισσότερες από μία φορές την ικανότητά τους για αλλαγή, συμβιβασμό και πολιτικό θάρρος. Το δημοψήφισμα του Σχεδίου Ανάν το 2004 παραμένει το πιο ξεκάθαρο παράδειγμα. Παρά την αβεβαιότητα και τις επώδυνες παραχωρήσεις, οι Τουρκοκύπριοι ψήφισαν μαζικά υπέρ της επανένωσης. Δεν επρόκειτο για τακτικό ελιγμό· ήταν στρατηγική επιλογή για ένα κοινό μέλλον.
Παρόμοια ετοιμότητα καταγράφηκε και στις διαδικασίες της Γενεύης και του Κραν Μοντανά. Η τουρκοκυπριακή πλευρά συμμετείχε εποικοδομητικά σε ζητήματα διακυβέρνησης και κατανομής εξουσίας, στο πλαίσιο των Ηνωμένων Εθνών, το οποίο προϋπέθετε πολιτική ισότητα. Με άλλα λόγια, η αλλαγή έχει ήδη συντελεστεί από τη μία πλευρά.
Αυτό που εξακολουθεί να απουσιάζει είναι μια αντίστοιχη επίδειξη αλλαγής από την ελληνοκυπριακή πλευρά ως προς την πολιτική ισότητα στο πλήρες νόημά της. Παρότι η διπλωματική γλώσσα έχει εξελιχθεί, το υποκείμενο όραμα παραμένει συχνά εκείνο της αποκλειστικής κυριαρχίας, που υποβαθμίζει τους Τουρκοκύπριους σε «προνομιούχα μειονότητα» αντί να τους αναγνωρίζει ως ισότιμους εταίρους. Αυτό δεν είναι τεχνική διαφωνία. Είναι σύγκρουση πολιτικής φαντασίας.
Οι ειρηνευτικές διαδικασίες δεν προχωρούν μέσω μονομερούς προσαρμογής. Απαιτούν αμοιβαίο θάρρος για την εγκατάλειψη παρωχημένων εμμονών. Η πλήρης αποδοχή της πολιτικής ισότητας, περιλαμβανομένης της εκ περιτροπής Προεδρίας, δεν θα πρέπει να θεωρείται αποσταθεροποιητική απαίτηση. Είναι η θεσμική έκφραση της εταιρικής σχέσης.
Για αυτό έχει σημασία η αρχική αποδοχή του πρώτου στοιχείου του μεθοδολογικού πλαισίου, χωρίς αναφορά σε ουσιαστικά αποτελέσματα. Επιβεβαιώνει μια σταδιακή προσέγγιση: πρώτα οι κανόνες, μετά ο προορισμός. Στην Κύπρο, η υπομονή σε συνδυασμό με τη σαφήνεια δεν αποτελεί αδυναμία. Είναι στρατηγική ανθεκτικότητα.
Η στάση του ρεαλιστή–αισιόδοξου, επομένως, δεν είναι ρητορικός συμβιβασμός. Είναι συνειδητή στρατηγική, ριζωμένη στην εμπειρία. Η αισιοδοξία αναγνωρίζει ότι ο σημερινός τόνος αποτελεί πλεονέκτημα και πρέπει να προστατευθεί. Ο ρεαλισμός επιμένει ότι ο τόνος από μόνος του δεν θα φέρει λύση χωρίς αμοιβαία πολιτική βούληση.
Η Κύπρος έχει πράγματι μια ευκαιρία. Είναι όμως μια ευκαιρία που απαιτεί αυτοσυγκράτηση, συνοχή και ειλικρίνεια. Το νησί δεν χρειάζεται έναν ακόμη κύκλο επιδεικτικής ελπίδας ακολουθούμενης από προβλέψιμη απογοήτευση. Χρειάζεται μια αισιοδοξία που κατανοεί τα όρια, σέβεται την ισότητα και αναγνωρίζει ότι η ειρήνη, ορισμένες φορές, απαιτεί την εγκατάλειψη μακροχρόνιων ψευδαισθήσεων για να καταστεί δυνατή η πορεία προς ένα κοινό μέλλον.
Cyprus in Early 2026: Realism, Restraint, and the Limits of Political Pressure
Cyprus enters 2026 with renewed momentum in negotiations regarding the Cyprus issue, following a change in leadership on the Turkish Cypriot side. The new leader, Erhurman, has set four conditions for meaningful talks: a time frame, preservation of previous convergences, functional political equality, and avoiding a return to a pre-negotiation status quo in case of failure. These conditions aim to avoid endless negotiations that do not yield results and address structural imbalances. The most challenging aspect remains the implementation of political equality, with the Greek Cypriot side resisting mechanisms such as rotating presidency. There is a tendency to link political equality to other issues, such as the presence of Turkish troops, in an attempt at strategic evasion. The success of the process depends on the ability of both sides to agree not only on the final goal but also on the rules of the road.
You Might Also Like
Φωτεινή Τσιρίδου: Ο προϋπολογισμός είναι η απάντηση στην πολιτική του θορύβου
Dec 16
Τορναρίτης: Το όνειρο απόκτησης κατοικίας έχει καταστεί άπιαστο για πολλούς νέους
Dec 17
Το 2026 και οι προκλήσεις μιας αβέβαιης εποχής - Νέα χρονιά με εκκρεμότητες, συσσωρευμένες πιέσεις και κρίσιμα διλήμματα
Jan 1