Cyprus Times

Πρώην ζευγάρι ζητούσε από τη δικαιοσύνη δίκαιη μοιρασιά «μαύρων χρημάτων»!

Published January 15, 2026, 05:00
Πρώην ζευγάρι ζητούσε από τη δικαιοσύνη δίκαιη μοιρασιά «μαύρων χρημάτων»!

Το Εφετείο ανέτρεψε απόφαση του Οικογενειακού Δικαστηρίου, αφού οι διάδικοι αποκάλυψαν πως η κοινή περιουσία τους φτιάχτηκε και με χρήματα που ήταν προϊόν φοροδιαφυγής. Η υπόθεση παραπέμφθηκε στον γενικό Εισαγγελέα για ποινική διερεύνηση.
Το Εφετείο ακύρωσε απόφαση του Οικογενειακού Δικαστηρίου Λευκωσίας που υποχρέωνε τον Α.Α. να καταβάλει στην πρώην σύζυγό του Κ.Χ. το ποσό των €80.122 ως μερίδιο από «αύξηση περιουσίας» κατά €240.366. Η απόφαση δεν ανατράπηκε επειδή το Εφετείο ανακάλυψε κάποιον… άσσο στο μανίκι των διαδίκων εξετάζοντας τους αριθμούς, αλλά επειδή στη διαδικασία αποκαλύφθηκε, και από τις δύο πλευρές (πρώην συζύγων), ένα κοινό υπόβαθρο παραδοχών για αδήλωτα εισοδήματα και καταδολίευση δημοσίων προσόδων… όπως «ευγενικά» ονομάζεται η φοροδιαφυγή. Ως εκ τούτου, το δημόσιο συμφέρον υπερίσχυσε της οικογενειακής λογιστικής!
Το Δικαστήριο διατήρησε την απόρριψη της ανταπαίτησης του Α.Α, αλλά για λόγους που εξήγησε το ίδιο, και διέταξε κάθε πλευρά να πληρώσει τα δικαστικά της έξοδά τόσο στην πρωτόδικη όσο και στην εφετειακή διαδικασία. Το πιο ηχηρό στοιχείο, όμως, βρίσκεται στην τελευταία παράγραφο της απόφασης. Το Εφετείο παρέπεμψε τα ευρήματα του στον Γενικό Εισαγγελέα, για να κινηθούν οι προβλεπόμενες ποινικές διαδικασίες!
Τι έλεγε η πρωτόδική απόφαση που ακυρώθηκε
Πρωτοδίκως, το Οικογενειακό Δικαστήριο είχε διαπιστώσει ότι κατά τη διάσταση του ζευγαριού, στις 13 Φεβρουαρίου 2011, η περιουσία του Α.Α είχε αυξηθεί και προσδιόρισε την καθαρή αύξηση στα €240.366. Με βάση το τεκμήριο του 1/3, όπως προνοεί το άρθρο 14(2) του περί Ρυθμίσεως των Περιουσιακών Σχέσεων των Συζύγων Νόμου 232/1991, επιδίκασε υπέρ της συζύγου Κ.Χ, ποσόν €80.122.
Στην εξίσωση της απόφασης του Οικογενειακού Δικαστηρίου μπήκαν, μεταξύ άλλων, το ½ μεριδίου σε ακίνητο, ακίνητα στην Πλατανιστάσα, εννέα αυτοκίνητα, τραπεζικές καταθέσεις και ασφαλιστικές συμβάσεις. Από αυτά αφαιρέθηκαν δανειακές υποχρεώσεις, καθώς και χειρισμοί που αφορούσαν κοινή τραπεζική κατάθεση των δύο πρώην συζύγων.
Η Κ.Χ δεν έπεισε το πρωτόδικο Δικαστήριο ότι είχε «άμεση» οικονομική συνεισφορά στην αύξηση της περιουσίας, όμως έλαβε υπόψη την εργασία της στον οικογενειακό συνεταιρισμό, το ότι αρχικά το ζεύγος έμενε σε κατοικίες που σχετίζονταν με την οικογένειά της, την οικογενειακή στήριξη και τη φροντίδα του σπιτιού και της οικογένειας. Με απλά λόγια, το Οικογενειακό Δικαστήριο δεν μέτρησε τα πάντα με αποδείξεις και τραπεζικές κινήσεις, γι’ αυτό και εφαρμόστηκε το νομοθετικό τεκμήριο.
Αντίστροφα, ο σύζυγος Α.Α είχε προωθήσει ανταπαίτηση, ισχυριζόμενος αύξηση της περιουσίας της συζύγου Κ.Χ. κυρίως λόγω εργασιών που ανέβασαν την αξία διώροφης κατοικίας, όπως και λόγω του μισού κοινής τραπεζικής κατάθεσης. Το Οικογενειακό Δικαστήριο απέρριψε την ανταπαίτηση κρίνοντας ότι οι μαρτυρίες ειδικών (επιμετρητή ποσοτήτων και εκτιμητή) δεν ήταν επαρκώς αιτιολογημένες και στηρίζονταν σε υποθέσεις, ειδικά επειδή δεν είχε γίνει πλήρης εσωτερική επιθεώρηση της ανώγειας κατοικίας.
Έφεση και μαύρο χρήμα
Η έφεση του Α.Α στηρίχθηκε σε εννέα λόγους, από την αξιολόγηση μαρτυρίας μέχρι ζητήματα διαδικασίας, δικαιώματος δίκαιης δίκης και παράλειψης ευρημάτων. Η Κ.Χ από την πλευρά της έθεσε πρόσθετους λόγους επικύρωσης της ευνοϊκής για την ίδια πρωτόδικης απόφασης, προωθώντας τελικά έναν, ότι η ανταπαίτηση του συζύγου δεν είχε νομική βάση.
Το Εφετείο παρατήρησε, πάντως, κάτι που έμεινε απαρατήρητο από το Οικογενειακό Δικαστήριο. Η πρωτόδικη αξιολόγηση της μαρτυρίας ήταν συνοπτική και δεν υπήρξε ουσιαστική αξιολόγηση της μαρτυρίας του ίδιου του Α.Α και έβγαλε «λαβράκι».
Στο επίκεντρο της εφετειακής κρίσης βρέθηκαν οι αλλεπάλληλες αναφορές και των δύο πρώην συζύγων σε αδήλωτα εισοδήματα, τα οποία οι ίδιοι αποκαλούσαν χωρίς αναστολή «μαύρα». Η Κ.Χ. κατέθεσε ότι μέρος των χρημάτων που κινούσαν την οικογένεια και τον συνεταιρισμό δεν δηλωνόταν, συνδέοντας ρητά τα «μαύρα» με φορολογικές υποχρεώσεις, όπως ο Φόρος Εισοδήματος και ο ΦΠΑ.
Ο Α.Α, από την πλευρά του, παραδέχθηκε ότι δηλώνονταν χαμηλότερα ποσά για να αποφεύγονται υψηλότερες εισφορές και φορολογία, μιλώντας για πρακτικές όπου οι δηλώσεις «έβγαιναν» με τρόπο που δεν ανταποκρινόταν στην πραγματικότητα. Το Εφετείο σημείωσε ότι δεν είχαν προσκομιστεί δηλώσεις φόρου εισοδήματος και ότι οι καταστάσεις Κοινωνικών Ασφαλίσεων, πέραν του ότι δεν κάλυπταν το πραγματικό εύρος, δεν απαντούσαν στην ουσία, αφού και οι δύο ήταν σαφείς πως υπήρχαν σημαντικά αδήλωτα εισοδήματα από τα οποία προέκυψε η περιουσία που σήμερα διεκδικείται.
Κατά το Εφετείο, η χρησιμοποίηση τέτοιας μαρτυρίας προσκρούει στη δημόσια πολιτική και στο δημόσιο συμφέρον. Η νομολογία που επικαλείται είναι ξεκάθαρη. Τα Δικαστήρια δεν πρέπει να παρέχουν θεραπεία όταν αυτή στηρίζεται σε παρανομία που συνιστά καταδολίευση δημοσίων προσόδων. Η λογική απλή. Αν το Δικαστήριο «μετρήσει» και μοιράσει περιουσία που, κατά παραδοχή, κτίστηκε με αδήλωτα χρήματα, τότε άθελά του δίνει πρακτικά «ασυλία» στην παρανομία και επιτρέπει σε όσους την διέπραξαν να επωφεληθούν.
Το Εφετείο πήγε όμως ακόμη παραπέρα, υπογραμμίζοντας το καθήκον αυτεπάγγελτης εξέτασης παρανομίας, ακόμη και αν οι διάδικοι δεν το ζητούν. Με απλά λόγια δεν μπορούσε να κάνει τα στραβά μάτι στην παραδοχή μιας παρανομίας.
Ήρθαν τα πάνω κάτω
Με αυτή τη συλλογιστική, το Εφετείο κατέληξε στο συμπέρασμα πως ότι αν το Οικογενειακό Δικαστήριο εφάρμοζε τη σχετική νομολογία, θα όφειλε να απορρίψει τόσο την αίτηση της Κ.Χ όσο και την ανταπαίτηση του Α.Α, λόγω παρανομίας και έλλειψης νόμιμης βάσης μαρτυρίας που να μπορεί να στηρίξει αξιώσεις.
Έτσι, η εφετειακή απόφαση κατέληξε στην ακύρωση της πρωτόδικης απόφασης υπέρ της Κ.Χ, στη διατήρηση της απόρριψης της ανταπαίτησης, και δικαστικά έξοδα «ο καθένας τα δικά του» τόσο πρωτοδίκως όσο και εφετειακώς. Σημειώνεται ότι, παρότι ο Α.Α πέτυχε ακύρωση της απόφασης για καταβολή €80.122, στην πρώην σύζυγο, το Εφετείο ξεκαθάρισε πως επειδή η ακύρωση έγινε για λόγους διαφορετικούς από εκείνους που προώθησε ο ίδιος, δεν δικαιολογείται επιδίκαση εξόδων υπέρ του για την έφεση!
Την ομόφωνη απόφαση εξέδωσαν οι Δικαστές Χ.Β. Χαραλάμπους, Μ. Τουμαζή και Θ. Θωμάς.
Για τον Α.Α εμφανίστηκε ο Λ. Βραχίμης, εκ μέρους του δικηγορικού γραφείου Ελένη Βραχίμη και Σία Δ.Ε.Π.Ε μια για την Κ.Χ. ο Δ. Παπαχρυσοστόμου, εκ μέρους του δικηγορικού γραφείου Δημήτρης Παπαχρυσοστόμου Δ.Ε.Π.Ε.