Του
Κωστή Πιτσιλλούδη
Πραγματοποιήθηκε στο Ευρωκοινοβούλιο εκδήλωση για τη στεγαστική κρίση στην Ευρώπη με αφορμή τη δημοσίευση της νέας σχετικής έκθεσης της ΕΕ, αλλά και τις προσπάθειες που καταβάλλονται για την αντιμετώπισή της.
Πιο συγκεκριμένα, κατά την εκδήλωση που συνδιοργανώθηκε από το FEPS, το ETERON (Ινστιτούτο για την Έρευνα και την Κοινωνική Αλλαγή), το Ίδρυμα Kalevi Sorsa και το Progress Institute, παρουσιάστηκε η έρευνα «Αντιμετώπιση της στεγαστικής κρίσης στην Ευρώπη», η οποία αναλύει τα διαρθρωτικά αίτια, τις κοινωνικές συνέπειες και τις προτεινόμενες λύσεις για τη στεγαστική κρίση σε ευρωπαϊκό επίπεδο.
Η έρευνα τονίζει ότι η στέγαση αποτελεί ένα από τα βασικά θεμελιώδη ανθρώπινα δικαιώματα που σήμερα απειλείται σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Όπως αναφέρει, η στεγαστική κρίση είναι συστημική και διαρθρωτική, με τα ενοίκια και τις τιμές των ακινήτων να αυξάνονται με ρυθμούς πολύ ταχύτερους από τους ρυθμούς αύξησης των εισοδημάτων σε ολόκληρη την ΕΕ. Το 2023, το 8,8% των νοικοκυριών της ΕΕ δαπανούσε πάνω από το 40% του διαθέσιμου εισοδήματός του για στέγαση, ενώ σχεδόν 900.000 άνθρωποι ζούσαν άστεγοι ή σε προσωρινές δομές στέγασης.
Οι χώρες με τις μεγαλύτερες πιέσεις ήταν η Ελλάδα, η Γερμανία και η Δανία, με ποσοστά δαπάνης για στέγαση 28,9%, 12% και 14,6% αντίστοιχα. Μεταξύ 2010 και 2025, οι τιμές κατοικιών στην ΕΕ αυξήθηκαν κατά μέσο όρο 57,9% και τα ενοίκια κατά 27,8%, γεγονός που οφείλεται σε πολιτικές φιλικές προς την επένδυση, στην επέκταση των βραχυχρόνιων μισθώσεων που αφαιρούν κατοικίες από τη μακροπρόθεσμη αγορά και στην ενεργειακή κρίση.
Όπως τονίζεται στην έρευνα, η στεγαστική κρίση δεν αφορά μόνο την οικονομική προσιτότητα, αλλά και την ίδια τη δυνατότητα των πολιτών να έχουν πρόσβαση σε αξιοπρεπή κατοικία, με συνέπειες για την κοινωνική συνοχή, τη διαβίωση των ευάλωτων ομάδων, την εκπαιδευτική και εργασιακή κινητικότητα, καθώς και για την οικονομική ανάπτυξη των κρατών-μελών. Η διεθνοποίηση των αγορών ακινήτων και η κερδοσκοπία στον τομέα των ακινήτων έχουν καταστήσει την αγορά κατοικίας ιδιαίτερα ασταθή και αφιλόξενη για τα χαμηλά και μεσαία στρώματα. Παράλληλα, η δημόσια ικανότητα ρύθμισης των εταιρικών συμφερόντων και των μεγάλων επενδυτών έχει συρρικνωθεί, με αποτέλεσμα οι διεθνείς ροές κεφαλαίων να παραμένουν αδιαφανείς και να αποτελούν σημαντικό εμπόδιο στο σχεδιασμό και την εφαρμογή αποτελεσματικών πολιτικών στέγασης.
Ψίχουλα από το Δημόσιο
Ένα από τα βασικά ζητήματα που αναδεικνύει η έρευνα είναι πώς η έλλειψη κοινωνικής και προσιτής στέγασης πλήττει την ποιότητα ζωής, τη δυνατότητα εργασιακής κινητικότητας, την εκπαίδευση και την κοινωνική συνοχή. Σε ευρωπαϊκό επίπεδο, η δημόσια επένδυση στη στέγαση έχει μειωθεί δραματικά, με το μέσο ποσοστό του ΑΕΠ που διατίθεται σε κοινωνική στέγαση να υποχωρεί από 0,17% το 2001 σε μόλις 0,06% το 2018. Σύμφωνα με τα στοιχεία που δίνει η έρευνα, υπάρχει τεράστια διαφορά από κράτη σε κράτη, όπως για παράδειγμα στην Ολλανδία, το 34% των κατοικιών ανήκει σε κοινωνικά ρυθμιζόμενο τομέα, στην Αυστρία 23,6%, στη Γαλλία 14%, ενώ στην Ιταλία μόλις 2,4% και στην Ελλάδα ο τομέας σχεδόν δεν υφίσταται. Όπως υπογραμμίζεται, η ανισότητα δείχνει την ανάγκη για κοινό ευρωπαϊκό πλαίσιο που θα διασφαλίζει την προσβασιμότητα, την κοινωνική δικαιοσύνη και την επάρκεια του αποθέματος στέγασης.
Η έρευνα επισημαίνει ότι η αντιμετώπιση της στεγαστικής κρίσης δεν μπορεί να περιοριστεί στην αύξηση της προσφοράς κατοικιών, αλλά απαιτεί συνδυασμό στρατηγικών, όπως η κοινωνικοποίηση κατοικιών, η ανακαίνιση και επαναχρησιμοποίηση υφιστάμενου αποθέματος, η προώθηση νέων δημοσίων και συνεταιριστικών προγραμμάτων στέγασης και εφαρμογή ρυθμίσεων που περιορίζουν την κερδοσκοπία. Σημαντικό ρόλο διαδραματίζει επίσης η ενίσχυση της ικανότητας των Τοπικών Αρχών και των φορέων κοινωνικής στέγασης να σχεδιάζουν, να παρακολουθούν και να υλοποιούν προγράμματα στέγασης με σαφή κοινωνικό αντίκτυπο.
Ένα άλλο κρίσιμο ζήτημα που αναδεικνύει η έκθεση είναι η ενεργειακή φτώχεια, η οποία επηρεάζει νοικοκυριά που δεν έχουν πρόσβαση σε βασικές υπηρεσίες ενέργειας με προσιτό κόστος. Όπως αναφέρεται, η ενεργειακή φτώχεια συνδέεται με την υγεία, την εκπαίδευση και την ποιότητα ζωής, πλήττοντας ιδιαίτερα γυναίκες, ηλικιωμένους, παιδιά και ευάλωτες μειονότητες, όπως οι Ρομά, που συχνά ζουν σε υποβαθμισμένες, υπερπλήρεις ή παράνομες κατοικίες χωρίς ασφαλή ιδιοκτησία. Οι υπάρχουσες πολιτικές συχνά επικεντρώνονται σε τεχνολογικά προηγμένες λύσεις, όπως θερμοσίφωνες ή έξυπνα συστήματα διαχείρισης ενέργειας, τα οποία όμως δεν είναι προσβάσιμα σε όλα τα νοικοκυριά και δεν ανταποκρίνονται στις ανάγκες παλαιών κτιρίων. Η έρευνα προτείνει στοχευμένες ανακαινίσεις με κοινωνικές εγγυήσεις, ώστε τα νοικοκυριά να μην αποκλείονται από την πράσινη μετάβαση και να διασφαλίζεται η προσβασιμότητα σε βιώσιμη ενέργεια για όλους.
Η «τουριστικοποίηση» έχει αντίκτυπο
Η επέκταση των βραχυχρόνιων μισθώσεων και η «τουριστικοποίηση» της κατοικίας αποτελούν επίσης σημαντικούς παράγοντες πίεσης στην αγορά, καθώς αφαιρούν διαθέσιμες κατοικίες από τη μακροπρόθεσμη αγορά και αυξάνουν τα ενοίκια. Η έρευνα καλεί σε αυστηρότερη ρύθμιση αυτών των αγορών και στην ενίσχυση δημοσίων και κοινωνικών προγραμμάτων στέγασης, ώστε η κατοικία να αντιμετωπίζεται ως κοινωνικό αγαθό και όχι ως επενδυτικό προϊόν.
Παράλληλα, η έρευνα αναλύει επίσης δύο περιπτώσεις κρατών-μελών για να καταδείξει τις διαφορετικές προσεγγίσεις και τα διδάγματα που μπορούν να εξαχθούν. Η Φινλανδία αποτελεί παράδειγμα χώρας με ισχυρό κοινωνικό σύστημα, ενώ η Ελλάδα αναδεικνύει την αδυναμία του κράτους να παρέχει κοινωνική στέγαση. Οι περιπτώσεις αυτές καταδεικνύουν ότι η ΕΕ χρειάζεται κοινές στρατηγικές, αλλά και ευελιξία για να προσαρμόζονται οι πολιτικές στις εθνικές ιδιαιτερότητες.
Η έρευνα καταλήγει ότι η αντιμετώπιση της στεγαστικής κρίσης στην Ευρώπη απαιτεί μια πολυδιάστατη, προοδευτική στρατηγική που συνδέει την κοινωνική δικαιοσύνη, την οικονομική ρύθμιση των αγορών, την περιβαλλοντική βιωσιμότητα και τη συμμετοχή των τοπικών κοινοτήτων.
Η στέγαση ως θεμελιώδες κοινωνικό αγαθό, με προσιτή τιμή και υψηλή ενεργειακή απόδοση, δεν αποτελεί μόνο στόχο πολιτικής, αλλά προϋπόθεση για την ευημερία των πολιτών και τη συνοχή των κοινωνιών.
Σημειώνεται ότι η έρευνα συντάχθηκε από τη Δήμητρα Σιατίτσα, μεταδιδακτορική ερευνήτρια στο Τμήμα Πολεοδομίας του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου, με εξειδίκευση στις αστικές πολιτικές και τη διαχείριση της κοινωνικής στέγασης· τη Meriç Özgüneş, η οποία συντονίζει το Social Rental Agency του Major Development Agency στη Θεσσαλονίκη, έχοντας εμπειρία στη διαχείριση κοινωνικών μισθώσεων, αλλά και την αρχιτέκτονα και πολεοδόμο, Στεφανία Γυφτοπούλου, η οποία έχει συνεισφέρει με τεχνική και σχεδιαστική γνώση για τη βιώσιμη και κοινωνικά δίκαιη ανάπτυξη κατοικιών, ενσωματώνοντας στοιχεία αρχιτεκτονικής και αστικής στρατηγικής.
Η στέγη ως πεδίο κερδοσκοπίας και εκμετάλλευσης
Μια νέα έκθεση της ΕΕ αναδεικνύει την κρίση στην στέγαση στην Ευρώπη, τονίζοντας ότι η στέγη αποτελεί θεμελιώδες ανθρώπινο δικαίωμα που απειλείται. Η έρευνα καταγράφει την ταχεία αύξηση των ενοικίων και των τιμών των ακινήτων σε σχέση με τα εισοδήματα, με αποτέλεσμα ένα μεγάλο ποσοστό νοικοκυριών να δαπανά πάνω από το 40% του εισοδήματός του για στέγαση. Η έλλειψη κοινωνικής και προσιτής στέγασης πλήττει την ποιότητα ζωής, την εργασιακή κινητικότητα και την κοινωνική συνοχή. Η διεθνοποίηση των αγορών ακινήτων και η κερδοσκοπία επιδεινώνουν το πρόβλημα, ενώ η δημόσια ικανότητα ρύθμισης των επενδύσεων έχει μειωθεί.
You Might Also Like
Ευρωπαϊκή Ένωση: «Ζαλίζουν» τα νούμερα της στεγαστικής κρίσης
Δεκ 21
Neapolis University Pafos: Ψηφιακός Μετασχηματισμός, Έρευνα και Γνώση του Αύριο
Δεκ 27
Η μεγάλη ψευδαίσθηση της τεχνητής νοημοσύνης
Δεκ 29
Πως θα μειωθούν οι τιμές των αεροπορικών εισιτηρίων
Δεκ 29
Πανεπιστήμιο Λευκωσίας: Διαμορφώνοντας το Πανεπιστήμιο του Μέλλοντος
Δεκ 30