Από τον Ιωάννη Καποδίστρια ώς τις σημερινές διαπραγματεύσεις για το Κυπριακό, η Ιστορία συχνά επιστρέφει όχι ως απλή ανάμνηση, αλλά ως επίμονο ερώτημα στρατηγικής και αυτογνωσίας. Η φράση που αποδίδεται στον πρώτο κυβερνήτη της Ελλάδας, «Οι Τούρκοι καταλαβαίνουν μόνο τη γλώσσα της βίας, όχι της διπλωματίας», και η συμπληρωματική του σκέψη ότι η προσδοκία εξανθρωπισμού τους μέσω διαπραγματεύσεων ισοδυναμεί με περιφρόνηση της ιστορικής εμπειρίας, επανέρχονται συχνά στον δημόσιο λόγο της Κύπρου. Άλλοτε ως σύνθημα, άλλοτε ως απλουστευτικό επιχείρημα, και άλλοτε ως αυθεντική αγωνία απέναντι σε μια μακρά διαδικασία συνομιλιών που φαίνεται να ανακυκλώνει αδιέξοδα. Το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι αν ο Καποδίστριας «είχε δίκιο» με όρους του 21ου αιώνα. Είναι αν η ουσία της προειδοποίησής του, η ανάγκη ρεαλισμού, ισχύος και βαθιάς γνώσης του συνομιλητή, μπορεί να λειτουργήσει ως χρήσιμο εργαλείο σκέψης για τις διαπραγματεύσεις του Κυπριακού, τόσο για τους Ελληνοκύπριους όσο και για τους Τουρκοκύπριους.
Ο Καποδίστριας δεν υπήρξε θεωρητικός της ωμής βίας. Υπήρξε βαθύς γνώστης της ευρωπαϊκής διπλωματίας, της ισορροπίας δυνάμεων και της πολιτικής ψυχολογίας των αυτοκρατοριών. Όταν μιλούσε για «γλώσσα της βίας», δεν εννοούσε αναγκαστικά τα όπλα, αλλά τη γλώσσα της ισχύος, της αποφασιστικότητας και του κόστους. Η διπλωματία, κατά τη δική του αντίληψη, δεν λειτουργεί σε κενό ισχύος. Λειτουργεί όταν συνοδεύεται από σαφή όρια, αξιόπιστες αποτρεπτικές δυνατότητες και επίγνωση ότι ο άλλος δεν διαπραγματεύεται από αγαθή διάθεση, αλλά από συμφέρον.
Αυτή η διάσταση έχει άμεση συνάφεια με το Κυπριακό. Για δεκαετίες, η ελληνοκυπριακή πλευρά προσέρχεται στις συνομιλίες με βασικό όπλο το διεθνές δίκαιο, τα ψηφίσματα του ΟΗΕ και την ηθική υπεροχή του θύματος της εισβολής και της κατοχής. Όλα αυτά αποτελούν ισχυρά θεμέλια νομιμοποίησης. Όμως, από μόνα τους, δεν παρήγαγαν λύση. Η Τουρκία, ως εγγυήτρια δύναμη, de facto και στρατιωτικά παρούσα στο νησί, κινήθηκε με όρους γεωπολιτικής ισχύος, τετελεσμένων και σταδιακής αναβάθμισης των αξιώσεών της. Η αποτυχία των συνομιλιών δεν οφείλεται μόνο στην «τουρκική αδιαλλαξία», αλλά και στη χρόνια αδυναμία της ελληνοκυπριακής πλευράς να μετατρέψει το δίκαιο σε πολιτικό και στρατηγικό κόστος για την άλλη πλευρά.
Το δίδαγμα για τους Ελληνοκύπριους δεν είναι ότι οι διαπραγματεύσεις είναι μάταιες. Είναι ότι οι διαπραγματεύσεις χωρίς στρατηγικό βάθος οδηγούν σε διαρκή φθορά θέσεων. Όταν η άλλη πλευρά αντιλαμβάνεται ότι η μη λύση δεν έχει κόστος, τότε η μη λύση μετατρέπεται σε στρατηγική επιλογή. Ο Καποδίστριας θα έβλεπε πιθανότατα στο Κυπριακό ένα παράδειγμα όπου η επίκληση της λογικής και της δικαιοσύνης δεν συνοδεύτηκε από επαρκή πολιτική και διπλωματική πίεση, ούτε από μια συνεκτική αποτρεπτική αρχιτεκτονική σε ευρωπαϊκό και περιφερειακό επίπεδο.
Ταυτόχρονα, η καποδιστριακή σκέψη προσφέρει και ένα λιγότερο συζητημένο δίδαγμα. Ότι ο αυτοεγκλωβισμός σε ηθική ανωτερότητα μπορεί να οδηγήσει σε στρατηγική αδράνεια. Η συνεχής προσδοκία ότι «η διεθνής κοινότητα θα παρέμβει» ή ότι «η Τουρκία κάποτε θα αλλάξει», χωρίς αλλαγή συσχετισμών, ενέχει τον κίνδυνο που περιγράφει ο ίδιος ο Καποδίστριας, δηλαδή την περιφρόνηση της εμπειρίας. Στην Κύπρο, η εμπειρία δείχνει ότι κάθε γύρος συνομιλιών, αν δεν έχει σαφή προετοιμασία ισχύος και κόστους, τείνει να λειτουργεί εις βάρος της πλευράς που βιάζεται περισσότερο για λύση.
Για τους Τουρκοκύπριους, τα λόγια του Καποδίστρια μπορούν να διαβαστούν ως προειδοποίηση άλλου τύπου. Ότι, δηλαδή, η πλήρης εξάρτηση από την ισχύ ενός τρίτου κράτους ενέχει μακροπρόθεσμους κινδύνους. Η «γλώσσα της ισχύος» μπορεί να επιβάλλει τετελεσμένα, αλλά σπάνια δημιουργεί συνθήκες βιώσιμης ειρήνης και πραγματικής πολιτικής αυτονομίας. Η σταδιακή περιθωριοποίηση της τουρκοκυπριακής φωνής υπέρ των στρατηγικών επιδιώξεων της Άγκυρας είναι μια πραγματικότητα που ολοένα και περισσότεροι Τουρκοκύπριοι αναγνωρίζουν.
Το Κυπριακό, τελικά, δεν είναι σύγκρουση ανάμεσα στη διπλωματία και στη βία, αλλά ανάμεσα στη ρηχή και στη βαθιά διπλωματία. Ο Καποδίστριας μας υπενθυμίζει ότι η διπλωματία χωρίς ισχύ είναι ευσεβής πόθος, ενώ η ισχύς χωρίς πολιτικό όραμα οδηγεί σε μόνιμη αστάθεια. Το ζητούμενο για την Κύπρο δεν είναι η επανέναρξη ή μη των συνομιλιών για επίλυση του Κυπριακού, αλλά να νοηματοδοτήσει ξεκάθαρα το πλαίσιο μέσα στο οποίο αυτές διεξάγονται.
Η καποδιστριακή λογική δεν οδηγεί σε αδιέξοδο, αλλά σε σοβαρότητα. Η ελληνοκυπριακή πλευρά δεν χρειάζεται να υποβαθμίσει τη διπλωματία. Χρειάζεται να την εξοπλίσει. Μόνο όταν η μη λύση πάψει να είναι «άνετη» επιλογή για την Τουρκία και όταν η λύση αποκτήσει απτό στρατηγικό και οικονομικό όφελος, μπορούν οι διαπραγματεύσεις να αποκτήσουν πραγματικό περιεχόμενο και όχι τελετουργικό χαρακτήρα. Η «προετοιμασία ισχύος και κόστους» για την ελληνοκυπριακή πλευρά δεν σημαίνει στρατιωτικοποίηση, ούτε ρητορική κλιμάκωση. Σημαίνει συστηματική οικοδόμηση συνθηκών όπου η μη λύση ή η επιβολή τετελεσμένων καθίσταται ακριβότερη επιλογή για την Τουρκία και, παράλληλα, όπου μια έντιμη λύση μετατρέπεται σε συμφέρον. Ακολουθούν τουλάχιστον πέντε ρεαλιστικά και εφαρμόσιμα παραδείγματα, που διαφαίνεται ότι υλοποιεί ήδη σε μεγάλο βαθμό η κυβέρνηση της Κυπριακής Δημοκρατίας:
Θεσμική ευρωπαϊκοποίηση του Κυπριακού με ρήτρες κόστους: Η Κυπριακή Δημοκρατία διαθέτει ένα ισχυρό αλλά υποαξιοποιημένο εργαλείο, τη συμμετοχή της στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Ρεαλιστική προετοιμασία ισχύος σημαίνει να πάψει το Κυπριακό να αντιμετωπίζεται ως ένα τοπικό δικοινοτικό πρόβλημα, και να ενσωματωθεί οργανικά σε κρίσιμους ευρωπαϊκούς φακέλους που αφορούν την Τουρκία (τελωνειακή ένωση, θεωρήσεις εισόδου, χρηματοδοτήσεις, άμυνα, ενταξιακή πορεία), με προκαθορισμένες, νομικά τεκμηριωμένες ρήτρες. Δηλαδή, κάθε βήμα αναβάθμισης των ευρωτουρκικών σχέσεων να συνδέεται με μετρήσιμη πρόοδο στο Κυπριακό. Έτσι, η στασιμότητα αποκτά απτό πολιτικό και οικονομικό κόστος.
Περιφερειακή αποτρεπτική αρχιτεκτονική χωρίς προκλητική ρητορική: Η ενίσχυση τριμερών και πολυμερών σχημάτων (με Ελλάδα, Ισραήλ, Αίγυπτο, Ιορδανία, Γαλλία, Ινδία) δεν πρέπει να λειτουργεί ως επικοινωνιακό υποκατάστατο στρατηγικής, αλλά ως σταθερή αρχιτεκτονική ασφάλειας. Κοινές ασκήσεις, αμυντικές συμφωνίες, ανταλλαγή πληροφοριών, επενδύσεις και παρουσία φιλικών δυνάμεων στην περιοχή στέλνουν σαφές μήνυμα ότι τα τετελεσμένα στην Κύπρο δεν είναι «χαμηλού κόστους υπόθεση». Δεν απειλούν, αλλά περιορίζουν τα περιθώρια μονομερών κινήσεων.
Νομική και οικονομική πίεση με συνέχεια και βάθος χρόνου: Η αξιοποίηση του διεθνούς και ευρωπαϊκού δικαίου πρέπει να γίνει συστηματική και στοχευμένη. Όχι αποσπασματικές προσφυγές, αλλά στρατηγική πολλαπλών επιπέδων, που να περιλαμβάνει ιδιοκτησιακά ζητήματα, παράνομες εκμεταλλεύσεις περιουσιών, ζητήματα εποικισμού, περιβαλλοντικές παραβιάσεις, παραβιάσεις της νεκρής ζώνης. Κάθε τέτοια υπόθεση, όταν προετοιμάζεται σοβαρά, δημιουργεί μακροπρόθεσμο οικονομικό και νομικό κόστος, όχι μόνο για την Τουρκία, αλλά και για τρίτους που εμπλέκονται σε παράνομες δραστηριότητες στα κατεχόμενα.
Ενεργειακή στρατηγική που μετατρέπει τη λύση σε συμφέρον: Η ενέργεια μπορεί να λειτουργήσει ως μοχλός ισχύος μόνο αν συνδεθεί με σαφείς όρους. Η ελληνοκυπριακή πλευρά οφείλει να καταστήσει σαφές ότι η πλήρης ενεργειακή ενσωμάτωση της Κύπρου στην Ανατολική Μεσόγειο και στην ευρωπαϊκή αγορά περνά μέσα από λύση που να σέβεται την κρατική υπόσταση και το ευρωπαϊκό κεκτημένο. Ταυτόχρονα, να καταδεικνύει ότι η Τουρκία και οι Τουρκοκύπριοι έχουν απτό οικονομικό όφελος από μια τέτοια λύση, αλλά κανένα από τη διατήρηση της σημερινής κατάστασης.
Εσωτερική ανθεκτικότητα και κοινωνική προετοιμασία: Η ισχύς δεν είναι μόνο εξωτερική. Ένα κράτος με εσωτερική συνοχή, λειτουργικούς θεσμούς και κοινωνική εμπιστοσύνη διαπραγματεύεται από ισχυρότερη θέση. Η αντιμετώπιση της διαφθοράς, η ενίσχυση της θεσμικής αξιοπιστίας και η σοβαρή προετοιμασία της κοινωνίας για τα δύσκολα διλήμματα μιας λύσης μειώνουν τη δυνατότητα της άλλης πλευράς να εκμεταλλευτεί εσωτερικές ρωγμές. Η Τουρκία ιστορικά επενδύει στις αδυναμίες του αντιπάλου. Η μείωσή τους είναι μορφή αποτροπής.
Σαφείς κόκκινες γραμμές με αξιοπιστία εφαρμογής: Η διατύπωση κόκκινων γραμμών έχει νόημα μόνο όταν συνοδεύεται από αξιοπιστία. Αν, για παράδειγμα, δηλώνεται ότι ζητήματα όπως οι εγγυήσεις ή η μόνιμη στρατιωτική παρουσία δεν είναι αποδεκτά, τότε πρέπει να είναι σαφές ποιες θα είναι οι συνέπειες της παραβίασης αυτών των ορίων, όπως πάγωμα διαδικασιών, μεταφορά του ζητήματος σε άλλα φόρα, ενεργοποίηση συμμαχιών. Η ασάφεια ακυρώνει τη διαπραγματευτική ισχύ.
Συμπερασματικά, το πραγματικό δίδαγμα για τους Ελληνοκύπριους και τους Τουρκοκύπριους είναι κοινό. Χωρίς αμοιβαία εμπιστοσύνη, χωρίς σαφή όρια ισχύος και χωρίς πολιτική βούληση να μετατραπεί η λύση σε συμφέρον και για τις δύο κοινότητες, οι διαπραγματεύσεις θα συνεχίσουν να λειτουργούν απλά ως τελετουργία. Και τότε, η Ιστορία δεν θα επανέλθει ως δάσκαλος, αλλά ως κατήγορος.
*Καθηγητή-ανθρωπολόγου στο Philips University, πρώην πρύτανη
Καποδίστριας και Κυπριακό - Διδάγματα σκληρού ρεαλισμού
Το άρθρο εξετάζει την ιστορική προειδοποίηση του Ιωάννη Καποδίστρια σχετικά με την Τουρκία και την ανάγκη ρεαλισμού στις διαπραγματεύσεις. Ο συγγραφέας υποστηρίζει ότι η ελληνοκυπριακή πλευρά συχνά βασίζεται υπερβολικά στο διεθνές δίκαιο και την ηθική υπεροχή, παραλείποντας να δημιουργήσει πραγματικό πολιτικό και στρατηγικό κόστος για την άλλη πλευρά. Επιπλέον, αναφέρεται στην πόλωση και την έλλειψη ουσιαστικού διαλόγου στην Κύπρο, καθώς και στην απογοήτευση του κοινού από τις πολιτικές ελίτ. Ο συγγραφέας προτείνει την ανάγκη για βαθύτερη στρατηγική σκέψη και ρεαλισμό στις διαπραγματεύσεις για το Κυπριακό.
You Might Also Like
Σίμος Ιωάννου: Λαμβάνουμε υποσχέσεις και διαβεβαιώσεις αλλά τίποτε πρακτικό
Δεκ 27
Αυξημένο ενδιαφέρον για το περιεχόμενο της λύσης του Κυπριακού – Τι λέει ο Πρόεδρος για τον Έρχιουρμαν και για ανάμειξη ΗΠΑ
Δεκ 28
Tο ντοκιμαντέρ της Μινέ Μπαλμάν φωτίζει πώς τοτουρκικό κράτος εφαρμόζει μηχανισμούς ελέγχου
Ιαν 4
Κύπρος στις αρχές του 2026: Ρεαλισμός, αυτοσυγκράτηση και τα όρια της πολιτικής πίεσης
Ιαν 4
Κυπριακό: Πόσο εννοεί αυτά που λέει ο Πρόεδρος;
Ιαν 4