Στη Μεσόγη της Πάφου, ένα χωριό που το όνομά του ταυτίστηκε για δεκαετίες με τα καλάθια και τα κοφίνια, η καλαθοπλεκτική δεν υπήρξε απλώς μια τέχνη, υπήρξε τρόπος ζωής. Μέσα από τις μνήμες και τις αφηγήσεις του 87χρονου συνταξιούχου εκπαιδευτικού Ονησίφορου Νεοφύτου, ξετυλίγεται η ιστορία μιας οικοτεχνίας που στήριξε οικογένειες, έντυσε παιδιά, τα μόρφωσε και κράτησε ζωντανή την οικονομία του χωριού. Σήμερα, η τέχνη αυτή αργοσβήνει, αφήνοντας πίσω της αναμνήσεις, ονόματα και έναν βαθύ συλλογικό καημό.
Ένα πρωινό Κυριακής καθορίστηκε η συνάντησή μας με τον συνταξιούχο εκπαιδευτικό Ονησίφορο Νεοφύτου και τη σύζυγό του Άννα, στην κατοικία τους στη Μεσόγη. Ο 87χρονος σήμερα Ονησίφορος Νεοφύτου ασχολήθηκε με την τέχνη της καλαθοπλεκτικής από την ηλικία των 12 ετών. Θυμάται ακόμη πως, παιδί σχεδόν, πουλούσε τις πρώτες του κατασκευές. Μιλά με συγκίνηση, αλλά και θλίψη, για μια τέχνη που τείνει να εκλείψει, μια τέχνη που, όπως λέει, «τάισε, έντυσε και σπούδασε τόσες οικογένειες». Είναι, τονίζει, η τέχνη που έθρεψε μάνες και παιδιά.
Όπως αναφέρει σε δηλώσεις του στον «Π», ύστερα από μια σαραντάχρονη επαγγελματική περιπλάνηση ως δάσκαλος, επέστρεψε στο χωριό του, τη Μεσόγη της επαρχίας Πάφου. Μόνο μερικές καλαθοπλέκτριες έχουν απομείνει και αυτές ασχολούνται ευκαιριακά, όταν υπάρξει κάποια παραγγελία. Σήμερα, όπως λέει ενδεικτικά, κατασκευάζονται κυρίως καλάθια για φρούτα, ψωμοθήκες και διακοσμητικά καλάθια για ξενοδοχεία και κέντρα. Δεν βλέπει πια να φτιάχνονται, όπως παλιά, μεγάλοι αριθμοί κοφίνων για τη συλλογή και μεταφορά χαρουπιών, σταφυλιών, ελιών και άλλων γεωργικών προϊόντων, ούτε καλάθια για ψώνισμα, πανέρια για την μπουγάδα ή για τους ψαράδες.
Όλα, όπως εξηγεί, αντικαταστάθηκαν από πλαστικά. Άλλαξε ο τρόπος ζωής μας και μαζί του άλλαξαν και οι ανάγκες μας: πλαστικά κιβώτια για τα γεωργικά προϊόντα, πλαστικές σακούλες για το ψώνισμα. Η πρώτη ύλη παραμένει το καλάμι, ωστόσο για τα «πλουμιά», τα στολίδια, χρησιμοποιούνται βαμμένα «λίμια». Για το βάψιμό τους χρησιμοποιείται πράσινος ή κοκκινωπός μαλαχίτης σε σκόνη, που διαλύεται σε κοχλαστό νερό. Μέσα σ’ αυτό το διάλυμα «βαπτίζονται» τα λίμια και παίρνουν το ανάλογο χρώμα. Σπάνια πλέον χρησιμοποιούνται τα «πλοάθκια», που ευκολοπλέκονται και προσδίδουν στερεότητα και ομορφιά στα είδη καλαθοπλεκτικής.
Η ιστορία της καλαθοπλεκτικής
Αναφερόμενος στην ιστορία της καλαθοπλεκτικής στη Μεσόγη, ο κ. Νεοφύτου σημειώνει πως η τέχνη αυτή αναπτύχθηκε από πολύ παλιά, αφού τα είδη που κατασκευάζονταν ήταν απαραίτητα στην καθημερινή ζωή. Πότε ακριβώς πρωτοπλέχτηκαν δεν είναι γνωστό, καθώς δεν υπάρχουν γραπτές μαρτυρίες ή ευρήματα. Οι μόνες μαρτυρίες προέρχονται από τις μνήμες των γερόντων του χωριού, όπως του 90χρονου εμπόρου ειδών καλαθοπλεκτικής Γιάννη του Κλόκκαρου, του αδελφού του Παυλή, του Ομήρου του Γεράκλη, του Γιορτάνη του Κετίκκη, του Νικόλα του Χατζηπαναγή και άλλων συνομήλικών τους. Υπολογίζεται πως τα πρώτα καλάθια κατασκευάστηκαν στα τέλη του 19ου και στις αρχές του 20ού αιώνα.
Αρχικά, όπως θυμούνται όσοι έδωσαν πληροφορίες, οι κατασκευές γίνονταν από άντρες, με τις γυναίκες να βοηθούν. Ανάμεσα στις οικογένειες των πρώτων κατασκευαστών συγκαταλέγονται του Κουτσογιωργή του Αππιητού, του Θεμιστοκλή του Πίσκοπου, του Μανοήλη, του Τοουλή του Ρουχουνά και του Παλαούσιου. Όπου κι αν πήγαινε κανείς στην Κύπρο και ανέφερε τη Μεσόγη, το χωριό ήταν γνωστό ως «το χωριό των καλαθιών».
Με ιδιαίτερη συγκίνηση, ο κ. Νεοφύτου μιλά για τις καλαθοπλέκτριες που δεν βρίσκονται πια στη ζωή. Γυναίκες που, με τη βοήθεια των παιδιών ή και των αντρών τους, έστηναν οικογενειακά εργοτάξια και κατασκεύαζαν ό,τι μπορούσε να πλεχτεί με καλάμια και πλοάθκια. Η αναφορά σε αυτές, λέει, μοιάζει με μνημόσυνο και πράξη ευγνωμοσύνης, καθώς με τον ιδρώτα τους κράτησαν την οικονομία του χωριού σε καλά επίπεδα, προίκισαν και σπούδασαν τα παιδιά τους, καθιστώντας τη Μεσόγη μια προοδευτική και υπολογίσιμη κοινότητα. Σήμερα, οι ενεργές καλαθοπλέκτριες μετριούνται στα δάχτυλα, η Χρυστάλλα Ανδρέου Αρμεύτη, η Μαρούλα Χαραλάμπους και η Αρίστη Χαραλάμπους. Ακόμη πιο λυπηρό, όμως, είναι το γεγονός ότι η σκυτάλη δεν περνά πια στους νέους και η τέχνη αργοπεθαίνει.
Τα είδη
Τα είδη που κατασκευάζονταν στη Μεσόγη ήταν πολλά καλάθια, κοφίνες, πανέρια, κουκκουρκές για τη μεταφορά πουλερικών -στενόμακρα καλάθια διαμέτρου 50-60 εκ. και μήκους περίπου δύο μέτρων-, κοκκούρες για τη μεταφορά ξόβεργων και «βερκών», «τυτοκανιές» για την προφύλαξη τυριών και μυζήθρων, «τζιημοί» για φίμωτρα βοδιών και γαϊδουριών, καθώς και καλαμωτές, πλεκτά καλαμένια στεγάσματα. Οι λόγοι ανάπτυξης εξηγεί ο κ. Νεοφύτου, συνδέονται με το γεγονός ότι το χωριό διέθετε λίγη και όχι τόσο εύφορη γεωργική γη. Οι γεωργοί ήταν ελάχιστοι και οι κάτοικοι αναζήτησαν άλλες μορφές απασχόλησης. Καθοριστικό ρόλο έπαιξε η ύπαρξη καλαμιώνων στις ποταμοσιές, σε περιοχές πλούσιες σε νερά όπως οι Δκυόσμηες, η Μάνα του Νερού, η Φονίσισσα, το Βάρος και το Βρυσίν. Σήμερα, δυστυχώς, είναι ερημότοποι, με τα νερά να έχουν στερέψει λόγω υπεράντλησης.
Η δική του αρχή
Αν και το επάγγελμα ξεκίνησε ως αντρικό, τελικά οι γυναίκες ήταν αυτές που ήταν καλύτερες στην τεχνική να πλέκουν καλάθια και έτσι πέρασε στα χέρια τους και οι άντρες στράφηκαν σε επαγγέλματα με μεγαλύτερο εισόδημα, χτίστες, ράφτες, ξυλουργοί, σκαρπάρηδες, μεταλλωρύχοι και εργάτες αφήνοντας πίσω μια τέχνη που για δεκαετίες αποτέλεσε τη ραχοκοκαλιά της Μεσόγης. Σύμφωνα με τις αναφορές του Ονησίφορου Νεοφύτου οι γειτόνισσες και φίλες καλαθοπλέκτριες μαζευόντουσαν κάτω από τις πελώριες τρεμιθιές και χαρουπιές που αφθονούσαν στη Μεσόγη, οι οποίες σήμερα δεν υπάρχουν. Θυσιάστηκαν συνέχισε, όλα τούτα τα θεόρατα δέντρα στα καμίνια της καρβουνοποιίας, και της οικοπεδοποίησης. Μαζευόντουσαν λοιπόν, όπως θυμάται οι γυναίκες, έπλεκαν τα καλάθια και τις κοφίνες τους, κουτσομπόλευαν, και μάθαιναν τα νέα του χωριού και των περιχώρων τους. Μ’ αυτόν τον τρόπο πετύχαιναν και την κοινωνικοποίησή τους, μοιραζόντουσαν τις χαρές και τις λύπες τους. Κάποτε όπως θυμάται, η σκέψη έφευγε από την τέχνη και περιπλανιόταν εκεί που ο «ξενιτεμένος» άντρας ξενοδούλευε σε πόλεις άλλες και χωριά, στα μεταλλεία και στους δρόμους. Οι Μεσογειώτισσες, ξεσπούσαν τότε σε τραγούδι δίστιχο, που μοιρολογούσε τη δυστυχία της μοναξιάς τους.
Ο κ. Νεοφύτου έχει καταγράψει μερικά από τα τραγούδια που τα είχε πει η μακαρίτισσα σήμερα πεθερά του Ερατώ, όπως «πού να' βρω τόσο σίερο τη θάλασσα να ζώσω. Να κάμω σιερόδρομο να 'ρτω να σ’ ανταμώσω», ή το «ο έρωτας σ’ αντρούλη μου μες στην καρδκιά μου κρούζει, σαν τα τζιερκά στην εκκλησιά που εν βκάλλουν μούζην» και το «μα σ’ αγαπώ σαν αγαπά τρυόνα το τρυόνι, σαν αγαπά το Τρόοδος το πάος τζαι το σιόνι».
Η εμπορία
Ο Ονησίφορος Νεοφύτου ανέφερε πως πριν τη δεκαετία του '50, χρόνια που καλά θυμάται, όσοι χρειαζόντουσαν τις μεσογειώτικες κατασκευές έφταναν στο χωριό και έκαναν τις αγορές και τις παραγγελίες τους στους γνωστούς και φίλους τους καλαθοπλέκτες και καλαθοπλέκτριες. Σταθερά στέκια για την εμπορία των καλαθιών και των κοφίνων θυμάται, ήταν τα σπίτια της θείας Καλοδότης του Σωβρόνη, της Χρυσταλλούς του Κασιουλή γυναίκας του θείου Σπύρου του Μπαζούκα, και της Ερμίνας της Λοξαντρούς, που τα σπίτια τους ήταν κοντά στον κύριο δρόμο, που ένωνε την Πάφο, με την Τσάδα, την Πόλη Χρυσοχούς και την παφίτικη ύπαιθρο. Οι γυναίκες έμποροι είπε, δεν πωλούσαν μόνο ό,τι έφτιαχναν οι ίδιες, αλλά και ό,τι αγόραζαν από άλλες χωριανές τους καλαθοπλέκτριες. Θυμάται, τον πατέρα του και τη μάνα του, που φόρτωναν το γαϊδούρι με τις κατασκευές τους και πήγαιναν να τις διαθέσουν στα χωριά και στα πανηγύρια. Το εμπόριο σ’ αυτές τις περιπτώσεις ήταν ανταλλακτικό. Έδιναν καλάθια και κοφίνες και έπαιρναν προμήθειες για το νοικοκυριό τους. Αντάλλαζαν τις κατασκευές τους με όσπρια όπως φασόλια, λουβιά, κουκιά, φακές και λουβάνα, με ελιές, πατάτες, τυριά, αναράδες, τραχανά και οτιδήποτε άλλο δεν παρήγαγε σε ποσότητες η Μεσόγη, αφού η γεωργία και η κτηνοτροφία ήταν ασχολίες για τους λίγους Μεσογειώτες. Οι περιουσίες είπε ήταν στα χέρια των λίγων και των πλουσίων και των τοκογλύφων κι έτσι οι πολλοί ζούσαν με ό,τι κέρδιζαν από την καλαθοπλεκτική και το μεροκάματο του εργάτη.
Σήμερα
Μετά την κατασκευή και τη χρήση πλαστικών κιβωτίων και τσαντών, η καλαθοπλεκτική περιέπεσε σε παρακμή, αργοπεθαίνει. Οι καλαθοπλέκτριες, που υπηρετούσαν σήμερα ενεργά τη μεσογειώτικη οικοτεχνία, μετρούνται στα δάκτυλα του ενός χεριού. Όσο είπε ο κ. Νεοφύτου προσπαθούμε για να συνεχιστεί η τόσο χρήσιμη, στην καθημερινή μας ζωή χειροτεχνία, λίγα είναι τα επιτεύγματά μας. Μερικά καλάθια αγοράζει κάποτε το Τμήμα Χειροτεχνίας του Εμπορίας στη Λευκωσία. Πρόσθεσε ακόμη πως τα ξενοδοχεία και τα κέντρα αναψυχής αγοράζουν καλάθια για τη διακόσμηση των χώρων τους. Οι τουρίστες και οι ντόπιοι εκτιμητές των ειδών χειροτεχνίας αγοράζουν μερικά καλάθια, αλλά δεν σώζεται από την κατρακύλα και την παρακμή η οικοτεχνία μας. Οι καλαθοπλέκτρες μας κατέληξε ο κ. Νεοφύτου, είναι λίγες μεν, αλλά πιστές στην παράδοση, και προσπαθούν με νύχια και με δόντια να κρατούν την τέχνη τους ζωντανή και ας είναι στην «εντατική» κατά την έκφρασή του το επάγγελμα. Σήμερα, αυτή η τέχνη στέκει στο μεταίχμιο της λήθης, κρατημένη ζωντανή μόνο από μνήμες, χέρια κουρασμένα και ιστορίες που αξίζει να ειπωθούν. Μαζί της χάνονται χέρια που ήξεραν να μεταμορφώνουν τη φύση σε χρηστικά έργα, γνώση που περνούσε από γενιά σε γενιά χωρίς βιβλία, μόνο με βλέμμα και υπομονή. Κι όμως, κάθε καλάθι που σώζεται κουβαλά τη μνήμη ενός τρόπου ζωής πιο αργού, πιο δεμένου με τη γη και τον ρυθμό της.
Μια τέχνη που έθρεψε γενιές - Ο Ονησίφορος Νεοφύτου μιλάει για την καλαθοπλεκτική της Μεσόγης
Η καλαθοπλεκτική στη Μεσόγη Πάφου υπήρξε για δεκαετίες τρόπος ζωής και βασική πηγή εισοδήματος για τους κατοίκους. Ο 87χρονος Ονησίφορος Νεοφύτου, συνταξιούχος εκπαιδευτικός και καλαθοπλέκτης, μοιράζεται τις μνήμες του για μια οικοτεχνία που στήριξε ολόκληρες οικογένειες, καλύπτοντας τις ανάγκες τους σε καθημερινά αντικείμενα όπως καλάθια, κοφίνια, ψωμοθήκες και πανέρια. Η τέχνη της καλαθοπλεκτικής άρχισε να παρακμάζει με την εισαγωγή πλαστικών αντικειμένων, που αντικατέστησαν τα παραδοσιακά καλάθια και κοφίνια. Η παραγωγή περιορίστηκε σε μικρές παραγγελίες για τουριστικά είδη και ξενοδοχεία, ενώ οι παλαιότεροι καλαθοπλέκτες, όπως ο Γιάννης του Κλόκκαρου, θυμούνται μια εποχή όπου η τέχνη αυτή ήταν απαραίτητη για τη γεωργία και την αλιεία. Ο κ. Νεοφύτου αναφέρει ότι η καλαθοπλεκτική στη Μεσόγη ξεκίνησε στα τέλη του 19ου και στις αρχές του 20ού αιώνα, με βάση τις ανάγκες της καθημερινής ζωής. Η πρώτη ύλη παραμένει το καλάμι, ενώ για τα διακοσμητικά στοιχεία χρησιμοποιούνται βαμμένα «λίμια» με φυσικές χρωστικές. Σήμερα, λίγες καλαθοπλέκτριες συνεχίζουν την παράδοση, κυρίως για να καλύψουν συγκεκριμένες παραγγελίες. Η παρακμή της τέχνης αυτής αποτελεί μια απώλεια για την τοπική οικονομία και την πολιτιστική κληρονομιά της Μεσόγης, αφήνοντας πίσω της μια αίσθηση θλίψης και συλλογικού καημού.
You Might Also Like
Γιάννης Τουμαζής: Μια ώριμη κοινωνία δεν ζητά από την τέχνη να σιωπά
Δεκ 28
Φλόγα Ανθία: Ο Τεύκρος Ανθιας ζούσε για την ειρήνη, την αγάπη και πάλευε για ένα καλύτερο αύριο
Δεκ 30
Οδοιπορικό του «Π» στην Αργάκα: Ένα χωριό ανάμεσα στη θάλασσα, το δάσος και την παράδοση
Ιαν 2
Λουρουτζίνα – Ένα χωριό στη μεθόριο της Ιστορίας
Ιαν 3
Μια καλλιτεχνική δημιουργία για τον τόπο μας και τον πολιτισμό μας
Ιαν 4