Οι εργοδοτικές οργανώσεις έχουν παράπονο γιατί το όριο του Κατώτατου Μισθού είναι πολύ υψηλό. Οι συνδικαλιστικές οργανώσεις έχουν παράπονο γιατί είναι πολύ χαμηλό. Η κυβέρνηση είναι ικανοποιημένη γιατί καθορίστηκε κάπου στη μέση των προτάσεων των πιο πάνω. Τελικά, ποιος έχει δίκαιο; Η απάντηση, όσο και αν σας φαίνεται παράξενη, όλοι μπορεί να έχουν ταυτόχρονα και δίκαιο και άδικο. Κανένας υπάλληλος και κανένας εργοδότης δεν είναι ο μέσος όρος. Κάθε θέση εργασίας, κάθε άτομο, κάθε τομέας, κάθε γεωγραφική περιοχή έχουν τις δικές τους συνθήκες και κατ' επέκταση τις δικές τους «ορθές λύσεις».
Για να γίνει πιο εύκολα κατανοητό, ας πάρουμε το παράδειγμα της «φιλελευθεροποίησης» της αγοράς των καυσίμων. Την τότε εποχή, όπως και σήμερα, δεν υπήρχε «εργοδοτική» ή συνδικαλιστική» οργάνωση που να εκπροσωπεί τους καταναλωτές. Άρα, η μόνη φωνή ήταν των επιχειρήσεων του τομέα. Μαντέψτε ποιο ήταν το αποτέλεσμα. Βρήκαν το πιο απομακρυσμένο και με αναλογικά υψηλότερα λειτουργικά έξοδα πρατήριο στην Κύπρο, και είπαν ότι η τιμή πώλησης θα πρέπει να διασφαλίζει και γι’ αυτό ένα λογικό κέρδος. Αυτή είναι η διαδικασία που λίγο - πολύ καθορίστηκε από την κεντρική κυβέρνηση η φόρμουλα - το «λογικό» κέρδος του τομέα, που φυσικά κατέληξε να προσφέρει υπερκέρδος σε όλους του συμμετέχοντες στον τομέα.
Λογικά, θα απαντήσει /υποστηρίξει κάποιος, ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση και οι δύο πλευρές έχουν ικανοποιητική εκπροσώπηση και άρα το αποτέλεσμα θα πρέπει να είναι πιο «ορθό». Αν και ακούγεται λογική αυτή η υπόθεση, στην ουσία δεν είναι. Οι συλλογικές διαπραγματεύσεις βασίζονται στον μέσο όρο, και όπως ανέφερα στην αρχή του άρθρου, σε ατομικό επίπεδο κανένας ή σχεδόν κανένας δεν είναι ο μέσος όρος. Ακόμη χειρότερα, όπως μάθαμε και με τη στάση των συνδικαλιστικών οργανώσεων στο θέμα της ΑΤΑ, οι συνδικαλιστικές και οι εργοδοτικές οργανώσεις δεν εκπροσωπούν όλους, πολύ περισσότερο δεν εκπροσωπούν αυτούς που δεν είναι μέλη τους ή είναι αδύναμα μέλη τους.
Έτσι, λοιπόν, όταν κάποιος εργοδότης κλείσει, θα έχουν με το δίκαιό τους παράπονο και ο υπάλληλος που έχασε τη δουλειά του και ο εργοδότης. Σε κάποιες άλλες περιπτώσεις όχι. Ποια είναι η λύση; Θεωρητικά, δημιουργείς συνθήκες υγιούς διαπραγμάτευσης και αφήνεις τις δύο πλευρές να διαπραγματεύονται ελεύθερα και να αποφασίζουν. Αυτό μπορεί να συμπεριλαμβάνει και τη συλλογική διαπραγμάτευση.
«Μα πότε η αγορά λειτούργησε αποτελεσματικά;» είναι η επόμενη ερώτηση. Μπορεί να μην είναι τέλεια, αλλά ιστορικά έχει φέρει καλύτερα αποτελέσματα. Αν η ελεύθερη διαπραγμάτευση δεν φέρνει τα επιθυμητά αποτελέσματα, τότε πρώτα καταβάλλεται προσπάθεια για να εντοπιστεί το γιατί και να διορθωθούν τα προβλήματα. Μόνο σε ακραίες περιπτώσεις η κατάληξη θα πρέπει να είναι η «κρατική παρέμβαση» και αυτή θα πρέπει να είναι προσωρινή.
Έχουμε εργοδότες που δεν τηρούν τα βασικά (φορολογική συμμόρφωση, τήρηση κανόνων ασφάλειας και υγείας, δήλωση υπαλλήλων), έχουμε αυτόεργοδοτούμενους που δεν δηλώνουν καν τα εισοδήματά τους, έχουμε εργαζόμενους που προτιμούν να εργάζονται χωρίς να το δηλώνουν στους πιο πάνω για να εισπράττουν και κάποια επιδόματα, έχουμε αχρείαστα κλειστούς τομείς και επαγγέλματα, έχουμε γραφειοκρατία που δεν επιτρέπει ή εμποδίζει την οικονομική δραστηριότητα και πολλά άλλα, που αν βελτιώνονταν θα ενίσχυαν πολύ περισσότερο και πολύ πιο ορθολογικά τα εισοδήματα των πολιτών. Όμως, τέτοιες συνθήκες περιορίζουν τα «υπερκέρδη» κάποιων και τον λόγο ύπαρξης των συνδικαλιστικών και των εργοδοτικών οργανώσεων, όπως και των πολιτικών… Άρα; Συνεχίζουμε όπως μάθαμε.
* Οι απόψεις που εκφράζονται είναι προσωπικές
Όλοι έχουν δίκαιο και άδικο
Το άρθρο αναφέρεται στην πολυπλοκότητα του καθορισμού του κατώτατου μισθού και στην αδυναμία να ικανοποιηθούν πλήρως όλες οι πλευρές. Οι εργοδοτικές οργανώσεις θεωρούν το όριο πολύ υψηλό, ενώ οι συνδικαλιστικές το βρίσκουν πολύ χαμηλό, με την κυβέρνηση να επιδιώκει μια μέση λύση. Ο συγγραφέας υποστηρίζει ότι κάθε θέση εργασίας, κάθε άτομο και κάθε τομέας έχουν τις δικές τους ιδιαιτερότητες και απαιτήσεις, καθιστώντας δύσκολο τον καθορισμό ενός ενιαίου, δίκαιου μισθού. Χρησιμοποιεί το παράδειγμα της απελευθέρωσης της αγοράς καυσίμων, όπου η τιμή καθορίστηκε με βάση το πιο ακριβό πρατήριο, ωφελώντας όλους τους συμμετέχοντες. Επισημαίνει ότι οι συλλογικές διαπραγματεύσεις βασίζονται στον μέσο όρο και δεν λαμβάνουν υπόψη τις ατομικές διαφορές. Επίσης, τονίζει ότι οι εργοδοτικές και συνδικαλιστικές οργανώσεις δεν εκπροσωπούν όλους τους εργαζόμενους ή τους εργοδότες. Ως λύση, προτείνει τη δημιουργία συνθηκών υγιούς διαπραγμάτευσης και την ελεύθερη απόφαση των δύο πλευρών, με κρατική παρέμβαση μόνο σε ακραίες περιπτώσεις και για περιορισμένο χρονικό διάστημα. Τονίζει την ανάγκη συμμόρφωσης με τους νόμους και την καταπολέμηση της απάτης.
You Might Also Like
Γιώργος Πενηνταέξ: Διεκδικούμε πολιτικές που ενισχύουν τη σταθερή απασχόληση
Δεκ 16
Γίνεται λύση στην Κύπρο με το πάτημα ενός κουμπιού;
Δεκ 17
Το στοίχημα της αναδιάρθρωσης των ΥΚΕ
Δεκ 17
Θεοπέμπτου: Οι πιο ντροπιαστικές στιγμές της πολιτικής μου καριέρας, ήταν το 2012 όταν είχαμε την προεδρία της ΕΕ
Δεκ 17
Η ομάδα Street Work μια «αγκαλιά» για τους άστεγους της Αθήνας
Δεκ 25