Από τον Αρχιεπίσκοπό μας αναμένανε οι πιστοί στο χριστουγεννιάτικο μήνυμά του να αγνοήσει τον πολιτικαντισμό και κομματισμό και να επικεντρωθεί στην εορταστική γέννηση του Ιησού ως την εκπλήρωση της υπόσχεσης του Θεού, φέρνοντας ελπίδα, ειρήνη και σωτηρία, εστιάζοντας στο έλεός Του, το φως και τη χάρη Του. Αναμένανε οι πιστοί να επικεντρωθεί στην αγάπη του Θεού ως το μεγαλύτερο δώρο, το θαύμα της γέννησης του Χριστού. Αναμέναμε οι πιστοί να επικεντρωθεί στην ουσία των Χριστουγέννων που σηματοδοτούν την «ειρήνη στη γη» και την «απόλαυση της ελπίδας» για έναν ταλαιπωρημένο κόσμο μέσω του Μεσσία. Φευ! Διαψευσθήκανε πανηγυρικά. Αντί μήνυμα αγάπης, συμφιλίωσης των αποκαμωμένων Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων, επανένωσης της Κύπρου, ο προκαθήμενος της Εκκλησίας έστειλε μήνυμα σύγκρουσης, αντιπαράθεσης και διχασμού.
O Αρχιεπίσκοπος αναφέρει στο μήνυμα του: «Φημολογούμενες λύσεις, όπως ἡ λεγόμενη Διζωνικὴ Δικοινοτικὴ Ὁμοσπονδία ή η Συνομοσπονδία ή η λύση δύο κρατῶν οδηγουν τον Ἑλληνισμὸ της Κύπρου σε εθνικὴ ευθανασία. Η λύση που θα δεχθούμε θα πρέπει να προνοεί και για τον λαό μας όλα τα δικαιώματα που απολαμβάνουν όλοι οι Ευρωπαίοι στην Ευρωπαϊκὴ Ένωση». Είναι ηλίου φαεινότερο ο κομματικός προσανατολισμός του Γεωργίου. Η απόρριψη εκ μέρους του της Διζωνικής Δικοινοτικής Ομοσπονδίας (ΔΔΟ) είναι ξεκάθαρη. Χρησιμοποιώντας τη μέθοδο της «διά της εις άτοπον απαγωγής», συμπεραίνουμε με σιγουριά ότι ταυτίζεται πλήρως με το ακροδεξιό ΕΛΑΜ. Είναι όντως λυπηρό ότι φιγουράρει ως ο αρχηγός της Ακροδεξιάς (κάτι που έχει γίνει αντιληπτό στο κυπριακό κοινό), που αυτό καθαυτό αποτελεί σημαντικό παράγοντα διχασμού στο ποίμνιό του.
Δυστυχώς ο Αρχιεπίσκοπος δεν διατηρεί την ουδετερότητά του απέναντι στην κομματική πολιτική. Η Εκκλησία της Κύπρου και οι ηγέτες της δεν μπορούν να λειτουργήσουν ως συνείδηση της κοινωνίας, εκφράζοντας ηθικές κρίσεις για θέματα δικαιοσύνης, ανθρώπινης αξιοπρέπειας και κοινού καλού, όταν είναι πασιφανές ότι τάσσονται υπέρ της πολιτικής ενός συγκεκριμένου κόμματος. Ο πρωταρχικός ρόλος ενός Αρχιεπισκόπου είναι να κηρύττει το Ευαγγέλιο, να τελετουργεί τα μυστήρια και να παρέχει πνευματική καθοδήγηση. Η άμεση και ενεργή εμπλοκή σε κομματική πολιτική αποσπά την προσοχή από αυτή την πρωταρχική αποστολή, εγκλωβίζοντάς τον στα βρόμικα πολιτικά παιχνίδια, όπως η χειραγώγηση και η διαπόμπευση, τα οποία υπονομεύουν την εμπιστοσύνη και τον σεβασμό. Με άλλα λόγια, αν ένας Αρχιεπίσκοπος εκφράσει δημόσια την υποστήριξή του σε συγκεκριμένη πολιτική ενός κόμματος αποξενώνει μέλη της αντίπαλης παράταξης, δημιουργώντας εχθρότητα και διάσπαση εντός της κοινότητας, την οποία καλείται να υπηρετήσει ως «πνευματικός πατέρας» όλων.
Όσον αφορά την ουσία των δηλώσεων του Αρχιεπισκόπου, πρέπει κάποιος να του υποδείξει ότι η ΔΔΟ έγινε αποδεχτή ως βάση λύσης του Κυπριακού από όλους τους Προέδρους της ΚΔ -από τον Μακάριο μέχρι τον Χριστοδουλίδη. Επιπλέον, είναι η λύση που υποστηρίζουν η Ελλάδα, τα ΗΕ και η ΕΕ. H ΔΔΟ συνάδει με την εφαρμογή του ευρωπαϊκού κεκτημένου στην οποία συχνά αναφέρεται ο Αρχιεπίσκοπος διότι οι τέσσερεις βασικές ελευθερίες της ΕΕ, που αποτελούν θεμέλιο λίθο στις συζητήσεις για τη λύση του Κυπριακού, δηλαδή η κυκλοφορία προσώπων, η ελεύθερη κυκλοφορία αγαθών, η ελεύθερη κυκλοφορία υπηρεσιών και η ελεύθερη κυκλοφορία κεφαλαίων, θα διασφαλίζονται για όλους τους πολίτες σε όλο το νησί. Τυχόν επίσημη απόρριψη της ΔΔΟ από την ΚΔ θα οδηγήσει με μαθηματική ακρίβεια στην de jure αναγνώριση της λεγόμενης τουρκικής δημοκρατίας βόρειας Κύπρου. Τότε, πράγματι, θα ευσταθεί ο φόβος του Αρχιεπισκόπου για πλήρη τουρκοποίηση της Κύπρου μακροχρόνια, αν όχι βραχυχρόνια.
Για να επιτύχουν τον στόχο της απελευθέρωσης, προφανώς ο Αρχιεπίσκοπος και το ΕΛΑΜ υπονοούν πόλεμο. Οραματίζονται μια πάνοπλη Κύπρο, ίσως με υποστήριξη της Ελλάδας (αν όχι και του Ισραήλ!), που θα καταγάγει περίλαμπρη νίκη κατά των Τούρκων. Το δράμα είναι ότι υπάρχουν αρκετοί θαυμαστές της «στρατιωτικής οξύνοιας» του προκαθημένου της Εκκλησίας, έτοιμοι να… κατασπαράξουν τον εχθρό όταν δοθεί το σύνθημα. Από στρατιωτική και επιστημονική ορθολογικότητα βαθμολογούνται μηδέν.
Το να υπενθυμίζουμε στον Αρχιεπίσκοπο ότι αναμένεται να είναι πολιτικά ουδέτερος, κυρίως για να διατηρήσει την ενότητα εντός της κοινότητας, να διαφυλάξει την ηθική εξουσία της Εκκλησίας και να επικεντρωθεί στην κύρια πνευματική αποστολή του, είναι μάταιος κόπος. Αυτά έχουν χιλιοειπωθεί αλλά ο Γεώργιος τα θεωρεί ανάξια λόγου.
Πώς μπορεί να εξηγηθεί επιστημονικά η συμπεριφορά του Αρχιεπισκόπου; Πιστεύω έχει επηρεαστεί από το Ρομαντικό Πολιτικό Κίνημα, μια πνευματική και πολιτιστική κίνηση που αναπτύχθηκε στα τέλη του 18ου και στις αρχές του 19ου αιώνα, η οποία εφάρμοσε τις βασικές αρχές του Ρομαντισμού -τα συναισθήματα και τον ατομικισμό- στο πεδίο της διακυβέρνησης και της κοινωνικής οργάνωσης. Το κίνημα αυτό αναπτύχθηκε ως άμεση αντίδραση στην έμφαση του Διαφωτισμού στην καθαρή λογική και την επιστημονική ορθολογικότητα. Οι ρομαντικοί στοχαστές υποστήριξαν ότι η αυθεντική πολιτική δύναμη και κατανόηση πηγάζουν από τα βαθιά συναισθήματα και την προσωπική εμπειρία και όχι από τη λογική. Η ρομαντική πολιτική δεν ταυτίστηκε με ένα μόνο κόμμα αλλά επηρέασε αρκετά μεγάλα κινήματα και προήγαγε τον «Ρομαντικό Εθνικισμό», που επιδίωκε την ενοποίηση των ανθρώπων με βάση τη γλώσσα, τον λαϊκό πολιτισμό και την κοινή πολιτιστική ιστορία. Έπεται ότι οι ρομαντικοί απορρίπτουν την πολυπολιτισμικότητα. Μάλιστα, πολλοί ρομαντικοί εξιδανίκευσαν τον Μεσαίωνα (!) ως μια ανώτερη, πιο σταθερή εποχή, οδηγώντας στην υπεράσπιση των παραδοσιακών αξιών και θεσμών ενάντια στις σύγχρονες αντιλήψεις.
Εν κατακλείδι, αν επίσημα υιοθετηθεί η στρατηγική του προκαθημένου της Εκκλησίας απαλλαγής των τουρκικών στρατευμάτων, πιθανότατα ο Αρχιεπίσκοπος Γεώργιος θα καταγραφεί στην Ιστορία ως ο τελευταίος Αρχιεπίσκοπος Νέας Ιουστινιανής και πάσης Κύπρου.
*Οικονομολόγος, κοινωνικός επιστήμονας
O Αρχιεπίσκοπος υπονομεύει την κοινωνική συνοχή και την προοπτική επανένωσης
Ο αρθρογράφος ασκεί κριτική στην εγκύκλιο του Αρχιεπισκόπου, θεωρώντας ότι αντί να προωθήσει την αγάπη, την ειρήνη και την επανένωση, στέλνει μήνυμα σύγκρουσης και διχασμού, απορρίπτοντας τη Διζωνική Δικοινοτική Ομοσπονδία ως λύση στο Κυπριακό. Επισημαίνει ότι η άρνηση αυτή ευθυγραμμίζεται με τις θέσεις του ακροδεξιού ΕΛΑΜ και υπονομεύει την ουδετερότητα της Εκκλησίας. Θεωρεί ότι η Εκκλησία, αντί να λειτουργεί ως συνείδηση της κοινωνίας, εμπλέκεται σε κομματική πολιτική, αποξενώνοντας μέλη της κοινότητας και υπονομεύοντας την εμπιστοσύνη. Τέλος, υποστηρίζει ότι η Κύπρος πρέπει να υπενθυμίσει στην Ευρώπη ότι είναι ευρωπαϊκή χώρα στο σύνολό της, συμπεριλαμβανομένης και της τουρκοκυπριακής κοινότητας, και ότι η διαίρεση δεν αναιρεί την ενιαία ευρωπαϊκή της υπόσταση.
You Might Also Like
Καρογιάν: Η ΔΗΠΑ ανταποκρινόμενη στο καθήκον της θα υπερψηφίσει τον Κρατικό Προϋπολογισμό
Δεκ 15
Νικόλας: Σήμερα η κατάσταση της κυπριακής οικονομίας παρουσιάζει μια δυναμική
Δεκ 15
Γιώργος Κουκουμάς: Ο προϋπολογισμός ενσαρκώνει πολιτική στα μέτρα της ΟΕΒ και του Συνδέσμου Τραπεζών
Δεκ 16
Κενάς Αγιάς: Δεν ήμουν μόνος στα γερμανικά δικαστήρια… Δίπλα μου ήταν η φωνή του κουρδικού και του κυπριακού λαού
Δεκ 18
Αρχιεπίσκοπος Γεώργιος: Ριζοσπαστικές τομές στα εκκλησιαστικά δρώμενα – «Aρρωστημένος ζηλωτισμός» απειλή για την Εκκλησία
Δεκ 28