Σοβαρές αποτυχίες της αναθέτουσας αρχής και σε όλα τα στάδια μιας δημόσιας σύμβασης ανέδειξε η Ελεγκτική Υπηρεσία, μέσα από τις δηλώσεις του λειτουργού της, Μάριου Πετρίδη, στο Πρωτοσέλιδο. Όπως τόνισε, η υπόθεση αυτή, η οποία συζητήθηκε στην Κοινοβουλευτική Επιτροπή Ελέγχου, αποτυπώνει μια συστημική ανεπάρκεια, η οποία ξεκινά από την προετοιμασία των εγγράφων του διαγωνισμού και φτάνει μέχρι την εκτέλεση της σύμβασης, το στάδιο όπου, όπως σημείωσε, «έρχονται να φανούν και να αποτυπωθούν όλες οι αδυναμίες των δύο προηγούμενων».
Σύμφωνα με τον κ. Πετρίδη, ο πρώτος διαγωνισμός προκηρύχθηκε τον Ιούλιο του 2018 και ακυρώθηκε ένα χρόνο αργότερα, τον Ιούλιο του 2019, με την αιτιολογία ότι δεν υπήρχαν διαθέσιμα κονδύλια στον προϋπολογισμό της αναθέτουσας αρχής. Το στοιχείο αυτό καταγράφεται ως ιδιαίτερα προβληματικό στην έκθεση, καθώς ακολούθησε περίοδος αδράνειας δύο ετών, μέχρι την προκήρυξη δεύτερου διαγωνισμού τον Ιούνιο του 2021.
Η κατακύρωση του δεύτερου διαγωνισμού έγινε τον Σεπτέμβριο του 2021, ωστόσο η υπογραφή της σύμβασης καθυστέρησε μέχρι τον Ιούνιο του 2022, λόγω προσφυγών στην Αναθεωρητική Αρχή Προσφορών. Το έργο τέθηκε υπό εκτέλεση για περίοδο περίπου τριών ετών, πριν τελικά τερματιστεί τον Απρίλιο του 2025. Όπως εξήγησε ο λειτουργός της Ελεγκτικής Υπηρεσίας, ο τερματισμός επήλθε εξαιτίας ουσιαστικής αποτυχίας στους ελέγχους παραλαβής, με αποτέλεσμα ο ανάδοχος να κριθεί ότι δεν εκπλήρωσε τις συμβατικές του υποχρεώσεις.
Κεντρικό εύρημα της έκθεσης, όπως υπογράμμισε ο κ. Πετρίδη, αφορά τα ίδια τα έγγραφα του διαγωνισμού. Το έργο είχε προβλεφθεί να εκτελείται σε τρεις φάσεις εντός τριών ετών, χωρίς όμως να καθορίζονται συγκεκριμένα, δεσμευτικά χρονοδιαγράμματα και παραδοτέα για κάθε φάση. Αυτό, όπως είπε, άφησε στον ανάδοχο ουσιαστικά πλήρη ευχέρεια να επικαλείται ότι βρίσκεται εντός του συνολικού χρονικού πλαισίου, ακόμη και αν δεν υπήρχε ουσιαστική πρόοδος. Κατά την εκτίμησή του, αν υπήρχαν σαφείς φάσεις με συγκεκριμένες ημερομηνίες, το έργο θα μπορούσε να είχε ακυρωθεί πολύ νωρίτερα, ίσως ακόμη και στους πρώτους έξι ή δώδεκα μήνες, αποτρέποντας μεγαλύτερη ζημιά.
Απαντώντας σε ερωτήματα περί ευθυνών, ο λειτουργός της Ελεγκτικής Υπηρεσίας ξεκαθάρισε ότι την ευθύνη φέρει η αναθέτουσα αρχή, η οποία οφείλει να διαθέτει την αναγκαία τεχνογνωσία. Σε περιπτώσεις που δεν υπάρχει επαρκές τεχνικό προσωπικό, η νομοθεσία αλλά και οι πρόνοιες των προϋπολογισμών επιτρέπουν την πρόσληψη εξωτερικών ειδικών συμβούλων, τόσο για την ετοιμασία των εγγράφων του διαγωνισμού όσο και για την παρακολούθηση της εκτέλεσης της σύμβασης. Όπως σημείωσε, η τελική ευθύνη παραμένει πάντοτε στην αναθέτουσα αρχή, ωστόσο στην προκειμένη περίπτωση τέτοιες δυνατότητες δεν αξιοποιήθηκαν.
Σε ό,τι αφορά το οικονομικό σκέλος, διευκρινίστηκε ότι το συνολικό ποσό της σύμβασης ανερχόταν σε 2,17 εκατ. ευρώ, ωστόσο, μετά τον τερματισμό της, δεν καταβλήθηκαν χρήματα πέραν της προκαταβολής. Συγκεκριμένα, η Αστυνομία Κύπρου προχώρησε σε κατάσχεση της εγγυητικής προκαταβολής ύψους περίπου 497.000 ευρώ, καθώς και της εγγυητικής πιστής εκτέλεσης ύψους 82.842 ευρώ. Πέραν αυτών, δεν έγινε οποιαδήποτε άλλη πληρωμή προς τον ανάδοχο, στοιχείο που ο κ. Πετρίδης χαρακτήρισε τουλάχιστον ως ένα θετικό δεδομένο μέσα στη συνολική αρνητική εικόνα.
Παρά ταύτα, όπως τόνισε, το κράτος έμεινε εκτεθειμένο ως προς την υλοποίηση του αντικειμένου της σύμβασης. Η Αστυνομία Κύπρου ενημέρωσε τον Σεπτέμβριο του 2025, τέσσερις μήνες μετά τον τερματισμό, ότι ορίστηκε αρμόδια επιτροπή για τον περαιτέρω χειρισμό του ζητήματος. Μετά τη δημοσιοποίηση της έκθεσης της Ελεγκτικής Υπηρεσίας στις 2 Δεκεμβρίου 2025, η Αστυνομία ανακοίνωσε ότι έχει λάβει πρόσθετα μέτρα για την προστασία των κρίσιμων υποδομών της Κυπριακής Δημοκρατίας.
«Είναι θετικό να ακούμε ότι υιοθετούνται συστάσεις και γίνονται διορθωτικές κινήσεις», κατέληξε ο κ. Πετρίδης, υπογραμμίζοντας ωστόσο ότι τα ευρήματα της έκθεσης καταδεικνύουν την ανάγκη για ουσιαστικές αλλαγές στον τρόπο με τον οποίο σχεδιάζονται, προκηρύσσονται και παρακολουθούνται οι δημόσιες συμβάσεις.
Διαβάστε επίσης: Η Ελεγκτική «καρφώνει» την Αστυνομία για το ναυάγιο του αντι-drone συστήματος
Ελεγκτική: Επτά χρόνια παραλείψεων άφησαν την Κύπρο απροστάτευτη από drones
Μια έκθεση της Ελεγκτικής Υπηρεσίας αποκαλύπτει σοβαρές παραλείψεις και ανεπάρκειες στην προμήθεια και εγκατάσταση συστήματος αντιμετώπισης drones στην Κύπρο. Η έκθεση επισημαίνει συστημικά προβλήματα σε όλα τα στάδια της σύμβασης, από την προετοιμασία των εγγράφων του διαγωνισμού έως την εκτέλεση του έργου. Ο πρώτος διαγωνισμός ακυρώθηκε λόγω έλλειψης κονδυλίων, ενώ η καθυστέρηση στην προκήρυξη του δεύτερου διαγωνισμού οδήγησε σε απώλεια δύο ετών. Η καθυστέρηση στην υπογραφή της σύμβασης του δεύτερου διαγωνισμού οφειλόταν σε προσφυγές, ενώ το έργο τερματίστηκε τελικά τον Απρίλιο του 2025 λόγω αποτυχίας στους ελέγχους παραλαβής. Η Ελεγκτική Υπηρεσία τονίζει ότι τα έγγραφα του διαγωνισμού ήταν ελλιπή, καθώς δεν καθορίζονταν συγκεκριμένα χρονοδιαγράμματα και παραδοτέα για κάθε φάση του έργου, αφήνοντας στον ανάδοχο υπερβολική ευελιξία. Η ευθύνη για τις παραλείψεις βαρύνει την αναθέτουσα αρχή, η οποία θα έπρεπε να διαθέτει την απαραίτητη τεχνογνωσία ή να προσλάβει εξωτερικούς συμβούλους. Η έκθεση αναφέρει ότι το συνολικό ποσό της σύμβασης ήταν 2,17 εκατομμύρια ευρώ, αλλά μετά τον τερματισμό της δεν καταβλήθηκαν επιπλέον χρήματα πέραν της προκαταβολής, η οποία κατασχέθηκε από την Αστυνομία. Συνολικά, η έκθεση καταδεικνύει μια μακρά και προβληματική διαδικασία προμήθειας, η οποία άφησε την Κύπρο απροστάτευτη από την απειλή των drones για αρκετά χρόνια. Η έλλειψη σχεδιασμού και η ανεπαρκής εποπτεία οδήγησαν σε σημαντικές καθυστερήσεις και τελικά στην αποτυχία του έργου.
You Might Also Like
Τέως Υπ.Εργασίας:«Η απομάκρυνση είναι ένα τηλεφώνημα μακριά- Κανένα καμπανάκι»
Ιαν 8
Έντονος ο Οδυσσέας:Δεν με νοιάζει αν ο «επενδυτής» ονομάζεται Florin Georghiou
Ιαν 12
Δύο αναγνώσεις για τα οφέλη από το e-kalathi
Ιαν 13
Με διάτρητες προσφορές άφησαν απροστάτευτες από drones κρίσιμες υποδομές της Δημοκρατίας – Η Eπιτροπή Ελέγχου ζητά εξηγήσεις
Ιαν 15
Δεν νοείται οι βουλευτές να είναι υπεράνω του νόμου
Ιαν 16