Της
Μπισάν Ιμπραχήμ
Ο Πρόεδρος των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, με την απόρριψη των ανησυχιών για τις οικονομικές συνέπειες του «διαρκούς πολέμου» του ιμπεριαλισμού, ανέδειξε ακόμη πιο καθαρά τον κυνισμό της πολιτικής του, όταν χαρακτήρισε τις επιπτώσεις του τελευταίου πολέμου κατά του Ιράν ως «ένα πολύ μικρό τίμημα» για μια στρατηγική αλλαγής καθεστώτος που πλέον αποδεικνύεται εμφανώς αποτυχημένη.
Αν ο Τραμπ πίστευε ότι θα μπορούσε να εξαναγκάσει την ιρανική κυβέρνηση σε συμμόρφωση, (όπως κατά την άποψή του πέτυχαν οι ΗΠΑ με τη Βενεζουέλα), τώρα αποδεικνύεται πως έκανε σοβαρό λάθος.
Ο δεύτερος, θεωρητικός του στόχος είναι η συρρίκνωση του πυρηνικού προγράμματος του Ιράν. Το ζήτημα αυτό βρισκόταν ήδη στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων μεταξύ Ιράν και ΗΠΑ… συνομιλίες που διεξάγονταν την ίδια στιγμή που η αμερικανική πολεμική μηχανή προετοίμαζε τα πλήγματα και ενώ οι βόμβες και οι πύραυλοι άρχιζαν να σκοτώνουν Ιρανούς.
Όλοι αντιλαμβάνονται πλέον ότι οι διαπραγματεύσεις με τις ΗΠΑ δεν μπορούν να βασίζονται στην εμπιστοσύνη, ούτε ότι αποκλείουν τη χρήση στρατιωτικής βίας. Ταυτόχρονα, ακόμη και οι «σύμμαχοι» των ΗΠΑ συνειδητοποιούν ότι, ακόμη κι αν δεν σχεδιάζεται άμεσα στρατιωτική δράση εναντίον τους, η Ουάσινγκτον είναι απολύτως πρόθυμη να χρησιμοποιήσει ισχυρά οικονομικά μέσα πίεσης για να επιβάλει τη βούλησή της.
Ο πόλεμος αυτός δεν εξελίσσεται όπως τον είχαν σχεδιάσει ο Νετανιάχου και ο Τραμπ. Και οι άρχουσες τάξεις της περιοχής, που θεωρούσαν ότι η παρουσία αμερικανικών βάσεων στο έδαφός τους αποτελούσε εγγύηση ασφάλειας, διαπιστώνουν τώρα ότι στην πραγματικότητα τις μετατρέπει σε στόχους.
Στη δυτική Ασία, η μακροπρόθεσμη στρατηγική των ΗΠΑ υπήρξε η ανάδειξη ενός στρατιωτικοποιημένου Ισραήλ σε βασικό άξονα προβολής ισχύος.
Το αποτέλεσμα; Η δημιουργία μιας μόνιμης έντασης, όπου η ροή υδρογονανθράκων προς τον ανεπτυγμένο καπιταλιστικό κόσμο διασφαλίζεται μέσω ενός πλέγματος αλληλοεξαρτώμενων συμμαχιών. Ένα σύστημα που έχει εντάξει τα πετρελαιοπαραγωγά κράτη (με εξαίρεση το Ιράν) σε έναν ιμπεριαλιστικό μηχανισμό «προστασίας», όπου η αμερικανική στρατιωτική μηχανή λειτουργεί ως μαφία, με τον Τραμπ στο ρόλο του Αλ Καπόνε.
Την ίδια στιγμή, καθώς ο Κιρ Στάρμερ δένει τη Βρετανία ακόμη πιο στενά στο άρμα της πολεμικής κλιμάκωσης (τόσο στη δυτική Ασία όσο και στην ανατολική Ευρώπη) και με τις Βάσεις να μετατρέπονται σε κόμβους έντονης στρατιωτικής δραστηριότητας, γίνεται ολοένα και πιο σαφές ότι και οι Βάσεις του ΝΑΤΟ καθιστούν και εμάς στόχο.
Πρέπει όμως να προσέξουμε πως η εμπλοκή της Βρετανίας έχει αφήσει βαθύ αποτύπωμα στην πολιτική κουλτούρα τόσο της ίδιας, όσο και του… Ισραήλ. Στο Ισραήλ καλλιεργεί μια κοινωνία που κανονικοποιεί την απανθρωποποίηση των «εχθρών», ενώ στη Βρετανία ενισχύεται η στήριξη προς τη Μέση Ανατολή.
Στη δυτική Ασία βαθαίνει το χάσμα ανάμεσα στις ελίτ που ευθυγραμμίζονται με τις ΗΠΑ και στους λαούς, με το τίμημα του πολέμου να το πληρώνουν οι εργαζόμενοι… εκεί με αίμα και εδώ με μια διαρκή κρίση κόστους ζωής, που θα επιδεινωθεί ακόμη περισσότερο πέρα από τις ήδη ανακοινωμένες αυξήσεις στην ενέργεια.
«Μικρό τίμημα» λένε… μέχρι να έρθει ο λογαριασμός!
Ο Ντόναλντ Τραμπ, πρώην Πρόεδρος των ΗΠΑ, χαρακτηρίζει τις συνέπειες της πολιτικής του απέναντι στο Ιράν ως «ένα πολύ μικρό τίμημα» για την επίτευξη αλλαγής καθεστώτος, μια στρατηγική που αποδεικνύεται αποτυχημένη. Ο συγγραφέας του άρθρου υποστηρίζει ότι η προσέγγιση αυτή είναι κυνική και ότι οι διαπραγματεύσεις με τις ΗΠΑ δεν μπορούν να βασίζονται στην εμπιστοσύνη, καθώς η χώρα είναι πρόθυμη να χρησιμοποιήσει στρατιωτική βία και οικονομικές πιέσεις για να επιβάλει τη βούλησή της. Το άρθρο αναλύει ότι ο πόλεμος αυτός δεν εξελίσσεται όπως είχε σχεδιαστεί από τον Τραμπ και τον Νετανιάχου, και ότι οι χώρες της περιοχής που βασίζονταν στην αμερικανική προστασία αντιλαμβάνονται πλέον ότι οι βάσεις αυτές τις καθιστούν στόχους. Η μακροπρόθεσμη στρατηγική των ΗΠΑ στη Δυτική Ασία είναι η ενίσχυση του Ισραήλ ως άξονα ισχύος, διασφαλίζοντας τη ροή υδρογονανθράκων μέσω ενός δικτύου συμμαχιών. Ο συγγραφέας συγκρίνει την αμερικανική πολιτική με αυτή της μαφίας, με τον Τραμπ να υποδύεται τον Αλ Καπόνε. Παράλληλα, επισημαίνει την αυξανόμενη εμπλοκή της Βρετανίας στην κλιμάκωση των εντάσεων, τόσο στη Δυτική Ασία όσο και στην Ανατολική Ευρώπη, και τον κίνδυνο οι βάσεις του ΝΑΤΟ να καταστήσουν και την Ευρώπη στόχο. Τέλος, το άρθρο αναφέρεται στην πολιτιστική επίδραση της Βρετανίας στο Ισραήλ και στην υποστήριξη προς τη Μέση Ανατολή, καθώς και στο αυξανόμενο χάσμα μεταξύ των ελίτ που ευθυγραμμίζονται με τις ΗΠΑ και των λαών που πληρώνουν το τίμημα του πολέμου με αυξανόμενο κόστος ζωής.