Κάποιοι πιστεύουν ότι η εμπειρία δεκαετιών είναι αρκετή ώστε να μπορούν να κρίνουν, να κατακρίνουν και να καταδικάζουν τον οποιονδήποτε ατεκμηρίωτα. Η πρόσφατη συνέντευξη του Φειδία Παναγιώτου στον Γιαννάκη Καρεκλά στο Σίγμα ήταν μια τέτοια στιγμή. Ο βετεράνος δημοσιογράφος πίστευε ότι μπορούσε να στριμώξει το νεαρό ευρωβουλευτή με μονολόγους περί γελωτοποιών και κλόουν. Το μόνο που κατάφερε, όμως, ήταν να μετατρέψει τη δική του επίθεση σε… τηλεοπτικό τσίρκο.
Ας ξεκαθαρίσουμε πρώτα κάτι, για να μην παρεξηγηθούμε. Η στήλη αυτή δεν θεωρεί τον Φειδία Παναγιώτου σαν την πολιτική ανακάλυψη του αιώνα. Δεν είναι ο άνθρωπος που θα φέρει την πολιτική αναγέννηση στην Κύπρο. Είναι ένας νεαρός χωρίς ουσιαστική πολιτική παιδεία. Χωρίς συγκροτημένο πρόγραμμα. Κάποιος που αξιοποιεί με δεξιοτεχνία την οργή και την απογοήτευση της κοινωνίας. Με μπόλικο πασιαμά. Αρκετή δόση επικοινωνιακών τρικ. Και ελάχιστη ουσία.
Αυτή είναι -είτε συμφωνεί κάποιος είτε διαφωνεί- μια πολιτική εκτίμηση. Μπορεί να στηριχθεί με επιχειρήματα, ερωτήματα και στοιχεία. Ακριβώς δηλαδή, ό,τι δεν έγινε στη συγκεκριμένη συνέντευξη.
Αν ένας δημοσιογράφος θέλει πραγματικά να αποδομήσει έναν πολιτικό -και μάλιστα ένα νέο πολιτικό ο οποίος επενδύει στην αντισυστημική εικόνα- δεν το κάνει με γενικόλογες επιθέσεις και διδακτικούς μονολόγους. Το κάνει με συγκεκριμένες ερωτήσεις. Με επίκληση στοιχείων. Με παραδείγματα. Με αντιφάσεις που εκθέτουν τον συνομιλητή.
Αντί γι’ αυτό, παρακολουθήσαμε μια παράσταση όπου ο δημοσιογράφος έμοιαζε να θεωρεί ότι η πολυετής του παρουσία στην τηλεόραση αρκεί για να επιτύχει το στόχο του. Ποτέ κάτι τέτοιο, όμως, είναι αρκετό.
Το πρόβλημα δεν είναι ότι η συνέντευξη ήταν σκληρή. Η σκληρή δημοσιογραφία είναι απαραίτητη. Ιδίως στη σαθρή εποχή που ζούμε. Το πρόβλημα είναι ότι ήταν ατεκμηρίωτη. Επιθέσεις διατυπωμένες με δογματικό τρόπο. Χωρίς συγκεκριμένα παραδείγματα. Χωρίς στοιχεία που να καταρρίπτουν τις απαντήσεις του καλεσμένου. Κι έτσι, ο άνθρωπος που υποτίθεται θα στριμωχνόταν, βρέθηκε να κερδίζει τις εντυπώσεις.
Το αποκορύφωμα όμως ήρθε στο τέλος της συνέντευξης. Εκεί όπου η δημοσιογραφική διαδικασία έδωσε τη θέση της σε ένα θεατρικό μονόλογο περί «γελωτοποιών», «κλόουν», «καιροσκόπων» και «επιτηδείων». Για να καταλήξει στο δραματικό ερώτημα αν θέλουμε μια Βουλή που να μοιάζει με τσίρκο. Η πρόθεση βεβαίως ξεκάθαρη. Να παρουσιαστεί ο Φειδίας ως ο γελωτοποιός της πολιτικής σκηνής.
Μόνο που υπάρχουν δύο καθοριστικές λεπτομέρειες, οι οποίες αντί να ρίξουν το νεαρό πολιτικό στο καναβάτσο, έριξαν τον βετεράνο δημοσιογράφο.
Πρώτον, ο Καρεκλάς αγνόησε ότι η πολιτική σκηνή του τόπου έχει προ πολλού γεμίσει με γελωτοποιούς. Οι πλείστοι, μάλιστα, είναι εξαιρετικά ατάλαντοι. Με αποτέλεσμα η κοινή γνώμη να έχει κουραστεί να τους παρακολουθεί. Τους έχει βαρεθεί. Και αναζητά κάτι πιο νέο. Πιο φρέσκο. Και αν είναι κι αυτός κλόουν, τουλάχιστον, είναι ένας νεαρός κλόουν. Αν έχει και λίγο ταλέντο, τότε μπορεί και να τον απολαμβάνει…
Δεύτερον, μια τηλεοπτική συνέντευξη δεν είναι προσωπικό άρθρο γνώμης. Αν ένας δημοσιογράφος θέλει να γράψει μια σκληρή άποψη για έναν πολιτικό, έχει κάθε δικαίωμα να το κάνει. Μπορεί να το γράψει σε μια εφημερίδα, σε μια ενημερωτική ιστοσελίδα ή ακόμη και με μια ανάρτηση στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Εκεί είναι ο χώρος για αξιολογικές κρίσεις, σαρκασμούς και πολιτικά σχόλια.
Στη συνέντευξη όμως, ο ρόλος είναι διαφορετικός. Ο δημοσιογράφος ρωτά. Ο καλεσμένος απαντά. Και ο τηλεθεατής κρίνει. Όταν ο δημοσιογράφος αποφασίζει να μετατρέψει τη συνέντευξη σε προσωπικό μονόλογο καταγγελίας, τότε το αποτέλεσμα είναι απλό: Παύει να κάνει συνέντευξη και αρχίζει να γράφει… άρθρο γνώμης στον αέρα. Όταν, μάλιστα, είναι χωρίς αντίλογο, όπως ήταν το φινάλε του Καρεκλά, τότε…
Το αποτέλεσμα της συγκεκριμένης επιλογής ήταν μαθηματικά προβλέψιμο. Πολλοί τηλεθεατές -ακόμη και άνθρωποι που δεν υποστηρίζουν πολιτικά τον Φειδία- βρέθηκαν να τον παρακολουθούν με δόση συμπάθειας. Όχι γιατί ξαφνικά πείστηκαν από τις θέσεις του. Επειδή η επίθεση που δεχόταν ήταν αήθης και ξέφευγε του ανεκτού δημοσιογραφικού ελέγχου.
Εδώ κρύβεται η μεγάλη ειρωνεία της υπόθεσης. Η παλαιά δημοσιογραφία, που επιχείρησε να καταγγείλει το «φαινόμενο Φειδίας», κατέληξε -με αξιοσημείωτη αποτελεσματικότητα- να το ενισχύσει. Διότι ο αντισυστημικός λόγος τρέφεται από δύο πράγματα: Την οργή των πολιτών και την αλαζονεία του συστήματος. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, το δεύτερο προσφέρθηκε απλόχερα αφού ο Καρεκλάς εμφανίστηκε περίπου ως εκπρόσωπος του συστήματος.
Αν κάποιος θέλει πραγματικά να αποδομήσει πολιτικά τον Φειδία Παναγιώτου, ο δρόμος είναι απλός. Σκληρές ερωτήσεις για τις ελάχιστες έως ανύπαρκτες πολιτικές θέσεις του. Για τις αντιφάσεις του. Για το τι σημαίνει στην πράξη το κόμμα της «Άμεσης Δημοκρατίας» που διαφημίζει αλλά λειτουργεί με τρόπο που δείχνει να μαχαιρώνει πισώπλατα τη δημοκρατία.
Τα υπόλοιπα, οι χαρακτηρισμοί, οι θεατρικοί μονόλογοι και οι δραματικές κορώνες περί τσίρκου, προσφέρουν στιγμιαία εκτόνωση στον ομιλητή. Πολιτικά, όμως, κάνουν κάτι άλλο. Μεταφέρουν τόνους συμπάθειας στον στόχο της επίθεσης.
Ας το κρατήσουμε αυτό ως μάθημα: Στην πολιτική, στη δημοσιογραφία, στη ζωή γενικότερα, η αλαζονεία δεν περνάει απαρατήρητη. Και δεν συγχωρείται. Όποιος νομίζει ότι μπορεί να την καλύψει με μονολόγους περί τσίρκου, γελωτοποιών και κλόουν, ας θυμηθεί ότι στο τέλος το κοινό βλέπει καθαρά ποιος είναι ο πραγματικός γελωτοποιός επί σκηνής. Στην προκειμένη περίπτωση, δεν ήταν ο Φειδίας…
Ο Φειδίας, οι κλόουν της πολιτικής και το «τσίρκο» του Καρεκλά
Η πρόσφατη τηλεοπτική συνέντευξη του Φειδία Παναγιώτου στον Γιαννάκη Καρεκλά εξελίχθηκε σε ένα «τσίρκο», καθώς ο δημοσιογράφος προσπάθησε να τον κατακρίνει με γενικόλογες επιθέσεις και διδακτικούς μονολόγους, χωρίς να βασιστεί σε συγκεκριμένα στοιχεία ή επιχειρήματα. Ο Παναγιώτου, παρά την έλλειψη πολιτικής εμπειρίας, κατάφερε να κερδίσει τις εντυπώσεις, καθώς ο Καρεκλάς δεν κατάφερε να τον εκθέσει. Ο δημοσιογράφος, θεωρώντας ότι η πολυετής του εμπειρία είναι αρκετή, προσπάθησε να παρουσιάσει τον Παναγιώτου ως έναν «γελωτοποιό» της πολιτικής σκηνής, αλλά απέτυχε να αποδείξει τις κατηγορίες του. Η συνέντευξη κατέληξε σε μια σειρά επιθέσεων και χαρακτηρισμών, χωρίς ουσιαστικό διάλογο. Η κριτική εστιάζει στην έλλειψη ουσιαστικού περιεχομένου και προγράμματος του Παναγιώτου, αλλά και στην ατεκμηρίωτη προσέγγιση του Καρεκλά. Η συνέντευξη ανέδειξε την ανάγκη για σκληρή αλλά τεκμηριωμένη δημοσιογραφία, η οποία βασίζεται σε στοιχεία και επιχειρήματα, και όχι σε γενικόλογες κατηγορίες. Συνολικά, η συνέντευξη αποδείχθηκε μια χαμένη ευκαιρία για ουσιαστικό διάλογο και ανάλυση, μετατρέποντας την πολιτική συζήτηση σε ένα τηλεοπτικό θέαμα.